Η συζήτηση γύρω από την εισαγωγή της πυρηνικής ενέργειας στο ελληνικό ενεργειακό μίγμα παύει πλέον να αποτελεί σενάριο επιστημονικής φαντασίας και εισέρχεται σε φάση θεσμικής επεξεργασίας. Καθώς η ελληνική κυβέρνηση λαμβάνει σοβαρά υπόψη της τις τεχνολογίες πυρηνικής ενέργειας για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας, μια νέα, κρίσιμη μελέτη από την Athlos Energy σε συνεργασία με τον αμερικανικό κολοσσό NAC International έρχεται να φωτίσει τις βασικές παραμέτρους, τα κόστη και τις προκλήσεις ενός ενδεχόμενου ελληνικού πυρηνικού προγράμματος.
Η δημοσίευση της έλευσης αυτής συμπίπτει χρονικά με την πρόσφατη σύγκληση της νεοσύστατης διυπουργικής επιτροπής για την πυρηνική ενέργεια, η οποία ξεκίνησε τον επίσημο διάλογο για τον ρόλο, τις πιθανές εφαρμογές και την ένταξη της πυρηνικής τεχνολογίας στο εθνικό ενεργειακό πλαίσιο, ενόψει μιας ολοκληρωμένης επίσημης μελέτης που αναμένεται να ολοκληρωθεί σε βάθος διετίας.
Το Ενεργειακό Προφίλ και η Συμβολή ενός Πυρηνικού Σταθμού 1.200 MW
Σύμφωνα με την ανάλυση των Athlos Energy και NAC International, η εγκατάσταση και λειτουργία ενός τυπικού πυρηνικού αντιδραστήρα ισχύος 1.200 MW θα μπορούσε να καλύψει περίπου το ένα έκτο (1/6) της συνολικής εγχώριας ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα. Πιο συγκεκριμένα, η ετήσια παραγωγή από μια τέτοια μονάδα εκτιμάται γύρω στις 9,5 TWh.
Ένα από τα πιο κρίσιμα ευρήματα της έρευνας αφορά το εκτιμώμενο κόστος καυσίμου. Η μελέτη υπολογίζει ότι το κόστος αυτό ανέρχεται σε περίπου 8,7 ευρώ ανά MWh (ήτοι περίπου 82 εκατομμύρια ευρώ ετησίως για έναν σταθμό τέτοιoυ μεγέθους). Ωστόσο, οι αναλυτές διευκρινίζουν ότι η συγκεκριμένη τιμή αφορά αποκλειστικά το κόστος καυσίμου και δεν συμπεριλαμβάνει το συνολικό, εξισωμένο κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (LCOE), το οποίο θα περιλάμβανε το τεράστιο κόστος αρχικής κατασκευής, τις υποδομές σύνδεσης με το εθνικό σύστημα μεταφοράς και άλλες λειτουργικές παραμέτρους της συνολικής επένδυσης.
Επαρκής η Διεθνής Αγορά και η Εφοδιαστική Αλυσίδα
Ένα συχνό επιχείρημα όσων αντιτίθενται στην πυρηνική ενέργεια αφορά την ασφάλεια και τη διαθεσιμότητα των πρώτων υλών. Η μελέτη καταρρίπτει εν μέρει τους ενδοιασμούς αυτούς, επισημαίνοντας ότι ακόμη κι αν η Ελλάδα ανέπτυσσε συνολική πυρηνική ισχύ της τάξης των 2.000 έως 3.000 MW, η ζήτηση σε παγκόσμιο επίπεδο για πυρηνικό καύσιμο θα αντιστοιχούσε μόλις στο 1% της παγκόσμιας ζήτησης.
Αυτό σημαίνει ότι η εγχώρια αγορά θα μπορούσε άνετα και απρόσκοπτα να εξασφαλίσει τις αναγκαίες ποσότητες καυσίμου από τους διεθνείς προμηθευτές. Ωστόσο, για να θωρακιστεί η χώρα απευθείας από τα πρώτα της βήματα, ο ειδικός σε θέματα πυρηνικού καυσίμου της NAC International, Tony Williams, τονίζει:
«Η επιλογή τεχνολογία αντιδραστήρων με ώριμες και προηγμένες εφοδιαστικές αλυσίδες θα ελαχιστοποιήσει δραστικά τους κινδύνους για μια χώρα που κάνει τα πρώτα της βήματα στον τομέα αυτό».
Για τον σκοπό αυτό, οι υποψήφιοι επενδυτές και οι αρμόδιοι φορείς ενθαρρύνονται να έρθουν έγκαιρα σε επαφή με πολλαπλούς προμηθευτές παγκοσμίως, διαμορφώνοντας μακροχρόνιες συμβάσεις προμήθειας με τους ευνοϊκότερους δυνατούς όρους.
Το «Αγκάθι» των Αποβλήτων και η Ανάγκη Εθνικής Στρατηγικής
Πέρα από τα οικονομικά και τεχνικά δεδομένα, η διαχείριση των ραδιενεργών αποβλήτων αναδεικνύεται ως το ύψιστο ζήτημα διαφάνειας και περιβαλλοντικής ασφάλειας. Η μελέτη υπογραμμίζει απερίφραστα ότι η Ελλάδα θα πρέπει να καταρτίσει μια ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική διαχείρισης αποβλήτων από την πρώτη κιόλας ημέρα του σχεδιασμού.
Ευτυχώς, η χώρα δεν χρειάζεται να ανακαλύψει τον τροχό. Υπάρχουν ήδη δοκιμασμένες, βέλτιστες ευρωπαϊκές πρακτικές από χώρες που πρωτοπορούν στον τομέα, όπως η Φινλανδία (η οποία πρόσφατα άναψε το πράσινο φως για τη λειτουργία της πρώτης μόνιμης εγκατάστασης τελικής διάθεσης πυρηνικών αποβλήτων στον πλανήτη), η Σουηδία και η Γαλλία. Η αξιοποίηση τεχνογνωσίας από αυτά τα κράτη μπορεί να προσφέρει στην Ελλάδα τα απαραίτητα ερείσματα κοινωνικής αποδοχής και ασφάλειας.
Συμπεράσματα και Επόμενα Βήματα
Η έκθεση των Athlos Energy και NAC International αποτελεί πλέον επίσημο εργαλείο στα χέρια της ελληνικής διυπουργικής επιτροπής. Καθώς οι επόμενες συνεδριάσεις είναι προγραμματισμένες να λάβουν χώρα σύντομα, το κείμενο αυτό προσφέρει μια ρεαλιστική βάση συζήτησης.