Στον κομβικό ρόλο της ελληνογαλλικής συνεργασίας για την ενεργειακή μετάβαση και στην καταλυτική σημασία του GreatSeaInterconnector (GSI) αναφέρθηκε ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ΑΔΜΗΕ, Μάνος Μανουσάκης, στο πλαίσιο του συνεδρίου του Ελληνογαλλικού Επιμελητηρίου.
Όπως τόνισε, η στρατηγική σχέση Ελλάδας και Γαλλίας επιβεβαιώνεται σταθερά στις γεωπολιτικές προκλήσεις, με την ενέργεια και τις υποδομές να αποτελούν πλέον κεντρικό πυλώνα αυτής της συμμαχίας. Η απαιτούμενη τεχνογνωσία και τα κεφάλαια για την απανθρακοποίηση καθιστούν τη Γαλλία πολύτιμο εταίρο, σε μια εποχή που η ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια αυξάνεται ραγδαία λόγω των μεταφορών, της βιομηχανίας, της θέρμανσης και της ανάπτυξης των data centers.
Ο επικεφαλής του ΑΔΜΗΕ υπογράμμισε ότι τα οφέλη του εξηλεκτρισμού προϋποθέτουν την παράλληλη ανάπτυξη των ΑΠΕ, της αποθήκευσης και των δικτύων. Χωρίς ισχυρές εσωτερικές και διεθνείς διασυνδέσεις, καθώς και ψηφιοποίηση, το σύστημα θα αντιμετωπίζει περικοπές ενέργειας και αυξημένο κόστος.
Στο μέτωπο των εγχώριων υποδομών, ο ΑΔΜΗΕ υλοποιεί ένα εκτεταμένο επενδυτικό πρόγραμμα σε συνεργασία με γαλλικούς κολοσσούς, όπως η Nexans. Μετά την ολοκλήρωση των διασυνδέσεων σε Κυκλάδες και Ιόνιο, ακολουθούν τα έργα στα Δωδεκάνησα και το Βόρειο Αιγαίο, που αντιστοιχούν σε επενδύσεις ύψους 4,5 δισ. ευρώ.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο κ. Μανουσάκης στον GSI, χαρακτηρίζοντάς τον ως ένα από τα σημαντικότερα έργα της Ε.Ε., καθώς αίρει την ενεργειακή απομόνωση του τελευταίου μη διασυνδεδεμένου κράτους-μέλους, διευκολύνει τη διείσδυση των ΑΠΕ και διανοίγει έναν ασφαλή διάδρομο προς τη Μέση Ανατολή.
«Ο GSI αποτελεί υποδειγματικό παράδειγμα γαλλοελληνικής συνεργασίας. Παρά τις προκλήσεις, μαζί με τη Nexans κρατήσαμε το έργο ζωντανό. Παράλληλα, η ιστορική συμφωνία του Αυγούστου για τη συμμετοχή της Meridiam σφράγισε μια προσπάθεια δύο ετών. Δεν είναι τυχαίο ότι η Κομισιόν τον κατατάσσει ως τη δεύτερη σημαντικότερη ενεργειακή λεωφόρο της Ευρώπης», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Τέλος, ο κ. Μανουσάκης επεσήμανε ότι οι διεθνείς διασυνδέσεις –όπως οι δεύτερες γραμμές με Βουλγαρία και Ιταλία– επιτρέπουν τη διαμοιρασμένη χρήση πόρων, την ενίσχυση της ευσταθείας και την αύξηση του ανταγωνισμού προς όφελος του τελικού καταναλωτή. Η συνέργεια με τη Γαλλία επεκτείνεται επίσης στα κέντρα δεδομένων και τις ΑΠΕ (μέσω της EDF), θέτοντας τις βάσεις για την πλήρη ολοκλήρωση του ευρωπαϊκού ηλεκτρικού συστήματος.