Η διαχείριση των αποβλήτων από Εκσκαφές, Κατασκευές και Κατεδαφίσεις (ΑΕΚΚ) βιώνει μια ριζική αναδιάρθρωση τις τελευταίες δεκαετίες. Από την εποχή της ανεξέλεγκτης απόθεσης περνάμε στην εποχή της οργανωμένης ανακύκλωσης, καθώς σταμάτησαν πλέον να αντιμετωπίζονται ως απλά «μπάζα» προς απόρριψη και αναγνωρίζονται ως ένας πολύτιμος δευτερογενής πόρος.
Τα ΑΕΚΚ παράγονται από την ευρύτερη δραστηριότητα του κατασκευαστικού κλάδου και συνδέονται άμεσα με τα εμβληματικά δημόσια έργα υποδομής, τις κατεδαφίσεις παλαιών κτισμάτων, τις ιδιωτικές οικοδομικές εργασίες, αλλά και τις καθημερινές ανακαινίσεις κατοικιών και επαγγελματικών χώρων. Για δεκαετίες, το κυρίαρχο μοντέλο διαχείρισης αυτών των υλικών στην Ελλάδα βασιζόταν σχεδόν αποκλειστικά στην ευκολία της ανεξέλεγκτης απόρριψης, ώστε να μπορούν να συνεχιστούν απρόσκοπτα οι εργασίες. Η εκτεταμένη απόθεση σε Χώρους Ανεξέλεγκτης Διάθεσης Απορριμμάτων (ΧΑΔΑ), η παράνομη ρίψη σε ρέματα, οικόπεδα, δασικές εκτάσεις, καθώς και η ταφή σε Χώρους Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων (ΧΥΤΑ), συνέθεταν μια καθημερινή πρακτική με βαρύτατο περιβαλλοντικό, οικονομικό και αισθητικό αποτύπωμα.
Το μοντέλο της διάθεσης ήταν μια διαδικασία σχετικά απλή, χωρίς την απαίτηση της διαλογής των υλικών, δίνοντας προτεραιότητα στην απομάκρυνση και όχι στην ανάκτηση. Το γεγονός αυτό εξηγεί την επικράτηση της πρακτικής αυτής επί δεκαετίες. Οι περιορισμένες απαιτήσεις διαχωρισμού των επιμέρους ρευμάτων και η δυνατότητα διαχείρισης μεγάλων ποσοτήτων, αποτελούσαν ορισμένα από τα χαρακτηριστικά που την καθιστούσαν την «ιδανική» λύση για τον κατασκευαστικό κλάδο.

Ωστόσο, τόσο στην περίπτωση της ανεξέλεγκτης απόρριψης, όσο και της οργανωμένης υγειονομική ταφής δημιουργούνταν συσσωρευμένα περιβαλλοντικά προβλήματα, επιβαρύνοντας τα τοπικά οικοσυστήματα αλλά και τη δημόσια οικονομία.
Η πρακτική της ανεξέλεγκτης απόθεσης αποβλήτων από την κατασκευαστική δραστηριότητα σε ορεινούς όγκους και ρέματα οδήγησε στην αισθητική υποβάθμιση, στην αλλοίωση των τοπίων, καθώς επίσης και στην παρεμπόδιση της ομαλής απορροής των ομβρίων υδάτων. Το φαινόμενο αυτό απεδείχθη βασική αιτία για την πρόκληση ή την επιδείνωση σοβαρών πλημμυρικών συμβάντων σε πληθώρα περιοχών της επικράτειας. Επίσης εγκυμονούσε αυξημένο κίνδυνο ρύπανσης του υδροφόρου ορίζοντα και του εδάφους, ιδιαίτερα όταν τα απόβλητα περιείχαν επικίνδυνα ή τοξικά συστατικά.
Στον αντίποδα, η διοχέτευση των ΑΕΚΚ σε οργανωμένους χώρους υγειονομικής ταφής αποτέλεσε σαφώς σημαντική πρόοδο σε σχέση με την πρότερη κατάσταση, καθώς οι χώροι τελικής διάθεσης λειτουργούν ακολουθώντας θεσμοθετημένες περιβαλλοντικές διατάξεις, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να εξισωθούν με τους ΧΑΔΑ. Ωστόσο, τα απόβλητα από κατασκευαστικές εργασίες, εξαιτίας του εξαιρετικά μεγάλου βάρους και όγκου, σε σύγκριση με τα υπόλοιπα ρεύματα, καταλαμβάνουν πολύτιμο χώρο οδηγώντας σε πρόωρο κορεσμό τις υποδομές, ενώ κατά ένα σημαντικό ποσοστό θα μπορούσαν να ανακτηθούν και να έχουν περαιτέρω χρησιμότητα.
Με θεμέλιο την υλοποίηση της κυκλικότητας στον τομέα των κατασκευών δομήθηκε και θεσμοθετήθηκε το ισχύον σύστημα εναλλακτικής διαχείρισης προσφέροντας πολλαπλά και ουσιαστικά οφέλη. Βασικοί άξονες δόθηκαν με την ΚΥΑ 36259/1757/Ε.103/2010 και στη συνέχεια με τον Ν. 4819/2021, όπου αναπτύχθηκε μία «αλυσίδα» στην οποία συμμετέχουν οι διαχειριστές ΑΕΚΚ, τα εγκεκριμένα Συστήματα Εναλλακτικής Διαχείρισης, οι συλλέκτες – μεταφορείς, οι μονάδες επεξεργασίας και οι αρμόδιοι δημόσιοι φορείς, με τον Ελληνικό Οργανισμό Ανακύκλωσης (ΕΟΑΝ) να έχει τον εποπτικό ρόλο.
Η σημαντικότερη, ίσως, διαφοροποίηση του σύγχρονου μοντέλου έγκειται στο γεγονός ότι η διαχείριση δεν ολοκληρώνεται με την απομάκρυνση των αποβλήτων από το εργοτάξιο. Αντίθετα, η πορεία τους συνεχίζεται μέσα από μία οργανωμένη «αλυσίδα» συλλογής, μεταφοράς, παραλαβής, ζύγισης και επεξεργασίας. Με αυτόν τον τρόπο ενισχύεται σημαντικά η ιχνηλασιμότητα και περιορίζονται λανθασμένες πρακτικές.

Στις μονάδες επεξεργασίας, οι οποίες λειτουργούν ως ολοκληρωμένα κέντρα ανάκτησης υλικών, προάγοντας στην πράξη την κυκλική οικονομία, τα ΑΕΚΚ δεν αντιμετωπίζονται ως μία ενιαία μάζα προς απόρριψη. Ανάλογα με τη σύνθεση και τα χαρακτηριστικά τους, μπορούν να υποβληθούν σε διαλογή, απομάκρυνση ξένων προσμίξεων, θραύση, κοσκίνιση και ταξινόμηση των αδρανών κλασμάτων. Το αποτέλεσμα είναι η δυνατότητα ανάκτησης υλικών τα οποία, υπό τις κατάλληλες τεχνικές και ποιοτικές προϋποθέσεις, μπορούν να αποκτήσουν νέα χρήση.
Το περιβαλλοντικό όφελος είναι αδιαμφισβήτητο. Περιορίζεται η ανάγκη τελικής διάθεσης, μειώνεται η πίεση στους διαθέσιμους χώρους ταφής και παράγονται δευτερογενή υλικά. Τα ανακυκλωμένα αδρανή μπορούν, ανάλογα με τα φυσικομηχανικά χαρακτηριστικά τους και τις απαιτήσεις κάθε εφαρμογής, να αξιοποιηθούν σε οδοποιία, επιχώσεις, τεχνικά έργα και εργασίες αποκατάστασης ανενεργών λατομείων. Παράλληλα, η ανάκτηση των μετάλλων, του ξύλου, των πλαστικών και του γυαλιού επιτρέπει την περαιτέρω αξιοποίησή τους μέσω των αντίστοιχων μονάδων.
Σε αντίθεση με την απλή διάθεση, η εναλλακτική διαχείριση προϋποθέτει περισσότερη οργάνωση τόσο στο εργοτάξιο, όσο και στα επόμενα στάδια της «αλυσίδας». Η διαλογή στην πηγή, η χωριστή συλλογή των επιμέρους ρευμάτων όπου είναι εφικτή, η επιλογή των κατάλληλων μέσων συλλογής και μεταφοράς και η τήρηση των απαιτούμενων διαδικασιών συνεπάγονται πρόσθετο σχεδιασμό και διαχειριστική ευθύνη.
Υπάρχει επίσης μία σημαντική τεχνική πρόκληση: η ποιότητα του τελικού δευτερογενούς υλικού εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα των αποβλήτων που φτάνουν στη μονάδα. Ένα πιο «καθαρό» φορτίο ΑΕΚΚ έχει πολύ διαφορετικές δυνατότητες επεξεργασίας από ένα σύμμεικτο που περιλαμβάνει πλαστικά, ξύλο, ογκώδη αντικείμενα ή άλλες ξένες προσμίξεις. Η τεχνολογία μπορεί να βελτιώσει σημαντικά τον διαχωρισμό, δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει πλήρως την ορθή διαλογή στην πηγή.
Μία ακόμη πρόκληση αφορά στις μεταφορές. Η περιβαλλοντική και οικονομική αποτελεσματικότητα της διαχείρισης επηρεάζεται από την απόσταση μεταξύ του έργου και της κατάλληλης μονάδας επεξεργασίας. Η ύπαρξη επαρκούς γεωγραφικής κάλυψης από μονάδες είναι συνεπώς κρίσιμη, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου οι αποστάσεις είναι μεγάλες ή η κατασκευαστική δραστηριότητα είναι διάσπαρτη. Όμως, πλέον, αύτη η προϋπόθεση έχει καλυφθεί, καθώς ο κλάδος έχει διευρυνθεί σε ολόκληρη την επικράτεια με μικρές εξαιρέσεις για τις νησιωτικές περιοχές. Σημαντικό είναι επίσης και το γεγονός ότι χωροθετούνται στις παρυφές των αστικών κέντρων, εξυπηρετώντας τα έργα δίχως να χρειάζεται οι μεταφορείς να πραγματοποιούν μεγάλες διαδρομές με ότι αυτό συνεπάγεται ως προς την κατανάλωση καυσίμων, την επιβάρυνση της ατμόσφαιρας και την τήρηση του χρονοδιαγράμματος του έργου.
Επιπρόσθετα το πιο νευραλγικό σημείο κατά την εναλλακτική διαχείριση των ΑΕΚΚ βρίσκεται μετά την επεξεργασία. Η παραγωγή ενός δευτερογενούς υλικού δεν αποτελεί από μόνη της ολοκλήρωση της κυκλικής οικονομίας. Για να κλείσει πραγματικά ο κύκλος, το υλικό πρέπει να διαθέτει τα κατάλληλα τεχνικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά και, ταυτόχρονα, να υπάρχει αγορά πρόθυμη να το χρησιμοποιήσει.
Η ενίσχυση της εμπιστοσύνης στα δευτερογενή αδρανή και η πιστοποίηση των εφαρμογών τους αποτελούν κρίσιμες προκλήσεις. Ο κατασκευαστικός κλάδος είναι παραδοσιακά συνδεδεμένος με τη χρήση πρωτογενών αδρανών υλικών. Τα ανακυκλωμένα υλικά καλούνται να ανατρέψουν αυτό το κεκτημένο και ακολουθώντας συγκεκριμένα πρότυπα να χρησιμοποιηθούν σε συγκεκριμένες εφαρμογές, για τι οποίες κρίνονται κατάλληλα.

Σε αυτό το σημείο γίνεται σαφές ότι τα δύο μοντέλα δεν διαφοροποιούνται μόνο ως προς το περιβαλλοντικό τους αποτέλεσμα, αλλά και ως προς τη δομή τους. Το παλαιότερο μοντέλο της διάθεσης ήταν απλούστερο για τον παραγωγό του αποβλήτου, αλλά μετέφερε το πραγματικό κόστος στο περιβάλλον και στις επόμενες γενιές, καθώς οι πόροι χάνονταν και οι χώροι διάθεσης επιβαρύνονταν. Το μοντέλο της εναλλακτικής διαχείρισης απαιτεί μεγαλύτερη οργάνωση, αλλά το περιβαλλοντικό κόστος περιορίζεται σημαντικά μέσω της διαχείρισης των αποβλήτων και της χρήσης των δευτερογενών υλικών.
Για τον κατασκευαστικό κλάδο, αυτό απαιτεί αλλαγή νοοτροπίας. Η ΑΝΑΕΚΚ, ως Συλλογικό Σύστημα Εναλλακτικής Διαχείρισης ΑΕΚΚ με πανελλαδική γεωγραφική εμβέλεια, αναπτύσσει δράσεις με προσανατολισμό την προώθηση της κυκλικής οικονομίας και την ορθολογική διαχείριση των αποβλήτων από την κατασκευαστική δραστηριότητα. Μέσα από την πολυετή εμπειρία και την τεχνογνωσία που έχει αναπτύξει στον τομέα, η ΑΝΑΕΚΚ συμμετέχει σε εθνικές και ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες, ενισχύοντας τη σύνδεση μεταξύ του τεχνικού κλάδου και της βιώσιμης διαχείρισης των πόρων.

Γράφει η Μαρία Καρύγιαννη | Πολιτικός Μηχανικός | Υπεύθυνη Τεχνικού Τμήματος ΑΝΑΕΚΚ