Η κατακόρυφη αύξηση των διεθνών τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, η οποία πυροδοτήθηκε κυρίως από τις γεωπολιτικές αναταράξεις στη Μέση Ανατολή, επανέφερε το ενεργειακό κόστος στο επίκεντρο των πληθωριστικών πιέσεων στην Ελλάδα.
Σύμφωνα με την τακτική οικονομική ανάλυση της Alpha Bank, η υψηλή εξάρτηση της τελικής κατανάλωσης από το πετρέλαιο και της ηλεκτροπαραγωγής από το φυσικό αέριο καθιστά την ελληνική οικονομία ιδιαίτερα ευάλωτη στις διακυμάνσεις των διεθνών αγορών. Οι πιέσεις αυτές αποτυπώνονται ήδη στον ενεργειακό πληθωρισμό, αν και οι δευτερογενείς επιδράσεις παραμένουν προς το παρόν συγκρατημένες. Την ίδια στιγμή, το εγχώριο ηλεκτρικό σύστημα μετασχηματίζεται με ταχείς ρυθμούς, χάρη στη διευρυνόμενη διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) και τη σταδιακή μετατροπής της χώρας σε εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι κρατικές παρεμβάσεις στοχεύουν αφενός στην άμεση ελάφρυνση νοικοκυριών και επιχειρήσεων από το αυξημένο κόστος και αφετέρου στη μακροπρόθεσμη θωράκιση της ενεργειακής ανθεκτικότητας της χώρας.
Ενεργειακές ανατιμήσεις, πληθωρισμός και δομή της κατανάλωσης
Οι στρατιωτικές συγκρούσεις μεταξύ ΗΠΑ/Ισραήλ και Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου οδήγησαν σε εκτίναξη των διεθνών τιμών ενέργειας. Το πετρέλαιο τύπου Brent υποχρεώθηκε σε ράλι από τα 72 δολάρια/βαρέλι σε επίπεδα άνω των 100 δολαρίων εντός του Μαρτίου, ενώ το φυσικό αέριο υπερδιπλασιάστηκε, ανεβαίνοντας από τα 32 ευρώ/MWh σε τιμές πάνω από τα 60 ευρώ/MWh. Έκτοτε, παρά τις διακυμάνσεις, οι τιμές διατηρούνται σε αισθητά υψηλότερα επίπεδα σε σύγκριση με την περίοδο προ της κρίσης.
Η εξέλιξη αυτή επηρέασε άμεσα τον δείκτη τιμών ενέργειας και συνολικά τον πληθωρισμό. Ειδικότερα, την περίοδο Μαρτίου-Σεπτεμβρίου, ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 4% ετησίως (έναντι 3,1% στην Ευρωζώνη), όταν το πρώτο διμήνου κινούνταν στο 3%. Η ενεργειακή συνιστώσα σημείωσε άλμα 16,7% (11,2% στην Ευρωζώνη), αφήνοντας πίσω τη μείωση κατά 3,9% που είχε καταγραφεί στην αρχή του έτους.
Με βάση τα στοιχεία της Eurostat, το πετρέλαιο θέρμανσης (υγρά καύσιμα οικιακής χρήσης) κατέγραψε μέση ετήσια αύξηση άνω του 48% το διάστημα Μαρτίου-Αυγούστου, ενώ το πετρέλαιο κίνησης ενισχύθηκε κατά 24%. Παρά ταύτα, η πορεία των υπολοίπων συνιστωσών, όπως τα τρόφιμα και τα βιομηχανικά αγαθά, υποδηλώνει ότι οι δευτερογενείς επιδράσεις στην υπόλοιπη αγορά παραμένουν έως τώρα περιορισμένες.
Παράλληλα, η δομή της ελληνικής ενεργειακής κατανάλωσης εμφανίζει πολύ υψηλή εξάρτηση από το πετρέλαιο σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ-27). Το πετρέλαιο και τα παράγωγά του καλύπτουν περίπου το 53% της τελικής ενεργειακής κατανάλωσης, φέρνοντας την Ελλάδα στη δεύτερη θέση στην ΕΕ-27 (πίσω μόνο από την Κύπρο με 56%) και πολύ πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (37%). Ακολουθούν ο ηλεκτρισμός με 27%, οι ΑΠΕ και τα βιοκαύσιμα με 11%, ενώ το φυσικό αέριο περιορίζεται στο 7%.
Το μείγμα ηλεκτροπαραγωγής και το εμπορικό ισοζύγιο ρεύματος
Παρά το χαμηλό ποσοστό του στην τελική κατανάλωση, το φυσικό αέριο διατηρεί κομβικό ρόλο στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, καλύπτοντας τα τελευταία χρόνια το 33%-44% του μείγματος (39% στο πρώτο επτάμηνο του 2026).
Η ουσιαστική αλλαγή στο ηλεκτρικό μίγμα προέρχεται από τη ραγδαία άνοδο των ΑΠΕ, η οποία εκτόπισε κυρίως τον άνθρακα (λιγνίτη) και τα παράγωγα αέρια. Από το 2020, το ποσοστό των ΑΠΕ ξεπερνά σταθερά το 40% (από 35% το 2019), φτάνοντας το 52% στο πρώτο επτάμηνο του 2026. Αντίθετα, η συμμετοχή του άνθρακα συρρικνώθηκε θεαματικά από το 22% το 2019 σε μόλις 5% την ίδια περίοδο.
Ταυτόχρονα, εντυπωσιακή βελτίωση καταγράφεται στο ισοζύγιο ηλεκτρικής ενέργειας. Η Ελλάδα, απομακρυνόμενη από το πολυετές καθεστώς του καθαρού εισαγωγέα, πέρασε σε θετικό πρόσημο το 2024 (0,3 TWh) για πρώτη φορά μετά το 2000. Η εξαγωγική της δυναμική ενισχύθηκε περαιτέρω το 2025 (3 TWh) και εκτινάχθηκε στις 5,5 TWh στο πρώτο επτάμηνο του 2026, συμβάλλοντας έτσι και στη συγκράτηση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου.
Προκλήσεις, αβεβαιότητα και μέτρα πολιτικής
Η μελλοντική πορεία των τιμών περιβάλλεται από έντονη αβεβαιότητα, καθώς εξαρτάται άμεσα από τις γεωπολιτικές εξελίξεις και την αποκατάσταση της ροής καυσίμων από τη Μέση Ανατολή. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προωθεί το σχέδιο AccelerateEU, το οποίο συνδυάζει βραχυπρόθεσμες ελαφρύνσεις για νοικοκυριά και επιχειρήσεις με την επιτάχυνση των επενδύσεων σε καθαρές τεχνολογίες για την αποδέσμευση από τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα.
Σε ανάλογο μήκος κύματος κινούνται και οι εγχώριες κυβερνητικές παρεμβάσεις, οι οποίες χωρίζονται σε δύο βασικούς άξονες: την άμεση εισοδηματική ανακούφιση και τις μεσοπρόθεσμες επενδύσεις ενεργειακής μετάβασης.
Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται οι επιδοτήσεις στο πετρέλαιο κίνησης, η κάρτα καυσίμων (Fuel Pass), οι ενισχύσεις στα λιπάσματα, οι επιχορηγήσεις στην ακτοπλοΐα για φθηνότερα εισιτήρια, καθώς και στοχευμένες κοινωνικές παροχές (έκτακτη ενίσχυση τέκνων, διεύρυνση επιδόματος ενοικίου, αύξηση ενισχύσεων συνταξιούχων και περισσότερες δόσεις για ληξιπρόθεσμες οφειλές).
Στον δεύτερο άξονα, που αποσκοπεί στη μόνιμη μείωση του κόστους, εντάσσονται οι επενδύσεις σε μονάδες αποθήκευσης ενέργειας ΑΠΕ, ο εκσυγχρονισμός των δικτύων και των νησιωτικών διασυνδέσεων, τα προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης κτιρίων, καθώς και η επιδότηση οικιακών τεχνολογιών όπως οι αντλίες θερμότητας, οι ηλιακοί θερμοσίφωνες και τα φωτοβολταϊκά συστήματα.