Σε τροχιά σημαντικής ανάπτυξης και επιχειρηματικής ανθεκτικότητας διατηρείται η ελληνική βιομηχανία, εμφανίζοντας αξιοσημείωτη δυναμική εν μέσω έντονων αναταράξεων στο διεθνές περιβάλλον. Σύμφωνα με τα νεότερα ευρήματα από το τακτικό Δελτίο Εξελίξεων στη Βιομηχανία που δημοσιοποίησε το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), ο κλάδος καταγράφει ισχυρές επιδόσεις σε κρίσιμους παραγωγικούς δείκτες. Ωστόσο, η θετική αυτή πορεία πραγματοποιείται υπό τη βαριά σκιά του αυξημένου ενεργειακού κόστους και των διογκούμενων λειτουργικών δαπανών, παράγοντες που ενέχουν σοβαρούς κινδύνους για την ανταγωνιστικότητα των εγχώριων επιχειρήσεων κατά το αμέσως επόμενο διάστημα.
Εμφανής απόκλιση από την Ευρώπη και ρεκόρ στη μεταποίηση
Τα στοιχεία της έκθεσης αποτυπώνουν μια σαφή απόσταση ανάμεσα στην ελληνική βιομηχανία και τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Πιο συγκεκριμένα, ο δείκτης βιομηχανικής παραγωγής στην Ελλάδα κατέγραψε εντυπωσιακό άλμα της τάξεως του 6,0% σε ετήσια βάση. Η επίδοση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν συνυπολογιστεί ότι το ίδιο χρονικό διάστημα η βιομηχανική παραγωγή στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σημείωσε υποχώρηση κατά 0,2%, επιβεβαιώνοντας τη στασιμότητα που επικρατεί στις μεγάλες οικονομίες της Γηραιάς Ηπείρου.
Την ίδια στιγμή, ο τομέας της μεταποίησης στην Ελλάδα συνέχισε την ανοδική του τροχιά, συμπληρώνοντας το εντυπωσιακό σερί των 16 συνεχόμενων μηνών αυξημένης δραστηριότητας, με ετήσια ενίσχυση 4,1%. Παράλληλα, το γενικότερο οικονομικό κλίμα στον κλάδο βελτιώθηκε περαιτέρω, σκαρφαλώνοντας στις 107,6 μονάδες (από 106,9 μονάδες τον προηγούμενο μήνα), ενώ σε σταθερά υψηλά επίπεδα διατηρήθηκαν και οι προσδοκίες των βιομηχανικών επιχειρήσεων.
Σημαντική ώθηση στην οικονομία προσέφεραν και οι εξαγωγικοί δείκτες της βιομηχανίας. Οι ελληνικές εξαγωγές μεταποιητικών προϊόντων σημείωσαν άνοδο 5,8% σε ετήσια βάση, ξεπερνώντας σε συνολική αξία τα 3,1 δισεκατομμύρια ευρώ. Εντούτοις, η παράλληλη αύξηση των εισαγωγών διεύρυνε το εμπορικό έλλειμμα από τα 3,4 δισ. ευρώ στα 4,2 δισ. ευρώ. Στον αντίποδα, εξαιρετικά ενθαρρυντικά είναι τα μηνύματα από την αγορά εργασίας, όπου η ανεργία στον βιομηχανικό ιστό υποχώρησε στο 7,3% (από 8,5% έναν χρόνο πριν), καταγράφοντας ρυθμό μείωσης της τάξεως του 13%.
Το «μέτωπο» της ενέργειας και η επιβάρυνση των πρώτων υλών
Παρά τις εξαιρετικές παραγωγικές επιδόσεις, η διοίκηση του ΙΟΒΕ χτυπά το καμπανάκι του κινδύνου για τους εξωγενείς παράγοντες που απειλούν να φρενάρουν την αναπτυξιακή ορμή. Πρώτος και κύριος ανασταλτικός παράγοντας παραμένει η εκτίναξη των τιμών στην ενέργεια. Η μέση τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας στη χονδρεμπορική αγορά διαμορφώθηκε στα 131,99 ευρώ ανά MWh, καταγράφοντας μηνιαία αύξηση 20% και εκρηκτική άνοδο 80,8% σε ετήσια βάση.
Επιπλέον επιβαρύνσεις προκύπτουν από το αυξημένο κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα (ETS), οι τιμές των οποίων ενισχύθηκαν κατά 4,1% σε μηνιαία βάση. Παράλληλα, οι βιομηχανίες καλούνται να διαχειριστούν τις ανατιμήσεις σε βασικές πρώτες ύλες, όπως το αλουμίνιο (+0,8%) και ο χαλκός (+0,9%), εξέλιξη που ανέστρεψε την πτωτική τάση των προηγούμενων μηνών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο δείκτης τιμών εισαγωγών του παραγωγού να επιταχύνει στο 13,5% σε ετήσια βάση.
Πιέσεις σε χρηματοδότηση και εργασιακό κόστος
Στο κοκτέιλ των προκλήσεων προστίθεται η αύξηση των λειτουργικών εξόδων. Ο δείκτης κόστους εργασίας στη βιομηχανία κατέγραψε άνοδο 5,8% σε ετήσια βάση, φτάνοντας τις 132,2 μονάδες. Την ίδια στιγμή, η πρόσβαση σε κεφάλαια κίνησης γίνεται ακριβότερη, καθώς το μέσο κόστος δανεισμού για τις ελληνικές επιχειρήσεις διαμορφώθηκε στο 4,4%.
Όπως υπογραμμίζεται στην ανάλυση του ΙΟΒΕ, η διατήρηση των γεωπολιτικών εντάσεων και η περιορισμένη επάρκεια ενεργειακών αποθεμάτων στην Ευρώπη συνθέτουν ένα περιβάλλον παρατεταμένης αβεβαιότητας. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι το ενεργειακό κόστος θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα και τους επόμενους μήνες, θέτοντας σε δοκιμασία τα περιθώρια κέρδους και την αντοχή των ελληνικών βιομηχανιών.