Η παρατεταμένη αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές ενέργειας και οι γεωπολιτικές αναταράξεις συνεχίζουν να αντανακλώνται με οξύτητα στις τιμές των καυσίμων στα πρατήρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα νεότερα δεδομένα που δημοσιοποίησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέσω του εβδομαδιαίου δελτίου τιμών πετρελαιοειδών (Weekly Oil Bulletin) επιβεβαιώνουν ότι το κόστος μετακίνησης και μεταφορών παραμένει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, με το πετρέλαιο κίνησης (diesel) να διατηρεί το «αδρό» πρωτείο έναντι της αμόλυβδης βενζίνης.
Η ακτινογραφία των τιμών στην Ευρωπαϊκή Ένωση
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Γενικής Διεύθυνσης Ενέργειας της Κομισιόν, ο σταθμισμένος μέσος όρος της τιμής του πετρελαίου κίνησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση ξεπερνά τα 2,20 ευρώ ανά λίτρο, καταγράφοντας μία από τις υψηλότερες τιμές των τελευταίων ετών. Παράλληλα, η μέση τιμή της αμόλυβδης βενζίνης 95 οκτανίων (Eurosuper 95) διαμορφώνεται κοντά στα 2,09 ευρώ ανά λίτρο.
Το φαινόμενο της «ανατροπής» – όπου το diesel πωλείται ακριβότερα από την αμόλυβδη βενζίνη – οφείλεται κυρίως στις στενότητες προσφοράς διυλισμένων προϊόντων μεσαίων αποσταγμάτων στην ευρωπαϊκή αγορά, καθώς και στην αυξημένη ζήτηση για βιομηχανική χρήση και εμπορικές μεταφορές. Παρά το γεγονός ότι οι Ειδικοί Φόροι Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στο diesel παραμένουν χαμηλότεροι σε σχέση με τη βενζίνη στα περισσότερα κράτη-μέλη, η υψηλή διυλιστηριακή τιμή βάσης υπερκαλύπτει τη φορολογική διαφορά.
Αποκλίσεις μεταξύ των κρατών-μελών
Η εικόνα στις αντλίες των 27 κρατών-μελών παρουσιάζει σημαντική διαφοροποίηση, η οποία επηρεάζεται από την εθνική φορολογική πολιτική (ΕΦΚ και ΦΠΑ), το μεταφορικό κόστος και τη δομή της εγχώριας εφοδιαστικής αλυσίδας:
-
Οι ακριβότερες αγορές: Χώρες όπως η Ολλανδία, η Γερμανία, η Ιταλία και η Γαλλία σημειώνουν τις υψηλότερες τιμές στο πετρέλαιο κίνησης, με τις τιμές να ξεπερνούν σε ορισμένες περιπτώσεις τα 2,35 έως 2,50 ευρώ ανά λίτρο.
-
Οι φθηνότερες αγορές: Στον αντίποδα, κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (όπως η Βουλγαρία, η Πολωνία και η Σλοβενία) διατηρούν χαμηλότερες τιμές, αν και η επιβάρυνση στο οικογενειακό εισόδημα παραμένει δυσανάλογα υψηλή λόγω των χαμηλότερων μισθολογικών επιπέδων.











