Σε μια δραματική διαπίστωση για την έξαρση των ακραίων καιρικών φαινομένων στην Ευρώπη καταλήγει εκτενής επιστημονική μελέτη του Κοινού Κέντρου Ερευνών (JRC) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία δημοσιεύθηκε στο διεθνούς κύρους περιοδικό Nature Communications.
Σύμφωνα με τα στοιχεία των ερευνητών, οι λεγόμενες «σύνθετες πλημμύρες» (compound floods) έχουν σχεδόν τριπλασιαστεί σε συχνότητα κατά τη διάρκεια των τελευταίων τριών δεκαετιών. Η ανάλυση αποκαλύπτει ότι η εκθετική αυτή αύξηση συνδέεται άμεσα με τη μεταβολή των παγκόσμιων κλιματικών μοτίβων και την άνοδο της θερμοκρασίας του πλανήτη.
Ως «σύνθετες» ορίζονται οι πλημμύρες που προκαλούνται από την ταυτόχρονη ή αλληλοδιαδοχική εκδήλωση διαφορετικών υδρομετεωρολογικών παραγόντων στο ίδιο γεωγραφικό σημείο. Πρόκειται για τον επικίνδυνο συνδυασμόραγδαίων βροχοπτώσεων (ραγδαίες αστικές ή επιφανειακές πλημμύρες), υπερχείλισης ποταμών (ποτάμιες πλημμύρες) και αυξημένης στάθμης της θάλασσας λόγω θυελλωδών ανέμων και παλίρροιας (παράκτια πλημμυρικά κύματα). Όταν οι παράγοντες αυτοί συντονίζονται, οι υποδομές αποστράγγισης καταρρέουν, καθώς η θάλασσα ή τα ποτάμια δεν μπορούν να απορροφήσουν τον τεράστιο όγκο του βρόχινου νερού.
Η επιστημονική ομάδα του JRC αξιοποίησε ιστορικά δεδομένα δεκαετιών, δορυφορικές παρατηρήσεις και εξελιγμένα υπολογιστικά μοντέλα για να χαρτογραφήσει την εξέλιξη του φαινομένου σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή επικράτεια. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η συνέργεια αυτών των ξεχωριστών κινδύνων δημιουργεί ένα «πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα» (multiplier effect). Αυτό σημαίνει ότι οι ζημιές και η επικινδυνότητα για τις ανθρώπινες ζωέςδεν είναι απλώς το άθροισμα των μεμονωμένων φαινομένων, αλλά αυξάνονται εκθετικά, καθιστώντας τις καταστροφές πολύ πιο εκτεταμένες και δυσαναπλήρωτες.
Ιδιαίτερα ευάλωτες στο φαινόμενο αυτό αναδεικνύονται οι παράκτιες ζώνες της Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης, καθώς και οι εκβολές μεγάλων ποταμών στη Μεσόγειο. Σε αυτές τις περιοχές, η παράλληλη εκδήλωση καταιγίδων στη θάλασσα και έντονων βροχοπτώσεων στην ενδοχώρα εμποδίζει τη φυσική απορροή των υδάτων προς τον ωκεανό. Το αποτέλεσμα είναι το νερό να παγιδεύεται στις αστικές και αγροτικές περιοχές, προκαλώντας παρατεταμένες και βαθιές πλημμύρες που διαρκούν συχνά για ημέρες.
Πέρα από τους αμιγώς κλιματικούς παράγοντες, η μελέτη υπογραμμίζει τον καταλύτη της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η ραγδαία αστικοποίηση των παράκτιων και παρόχθιων περιοχών, η ανεξέλεγκτη τσιμεντοποίηση που εμποδίζει τη φυσική διήθηση του νερού στο έδαφος, καθώς και η καταστροφή των φυσικών προστατευτικών συστημάτων (όπως οι υγρότοποι και οι αμμοθίνες), έχουν αυξήσει δραματικά την έκθεση του πληθυσμού και των οικονομικών υποδομών σε αυτούς τους σύνθετους κινδύνους.
Παράλληλα, οι ερευνητές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τα παραδοσιακά συστήματα πολιτικής προστασίας και διαχείρισης καταστροφών. Μέχρι σήμερα, οι σχεδιασμοί αντιπλημμυρικής θωράκισης βασίζονταν σχεδόν αποκλειστικά στην αξιολόγηση μεμονωμένων κινδύνων (π.χ. μελέτη μόνο για ποτάμια πλημμύρα ή μόνο για παράκτια αύξηση στάθμης). Η νέα πραγματικότητα αποδεικνύει ότι τα μοντέλα αυτά είναι πλέον ξεπερασμένα και υποτιμούν συστηματικά τον πραγματικό βαθμό απειλής.
Καταλήγοντας, η μελέτη του JRC καλεί τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. να αναθεωρήσουν άμεσα τη στρατηγική τους για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή. Προτείνεται η υιοθέτηση ολιστικών μοντέλων πρόγνωσης που θα λαμβάνουν υπόψη την αλληλεπίδραση πολλαπλών φαινομένων, η ενίσχυση των υποδομών με έργα βασισμένα στη φύση (nature-based solutions), καθώς και ο επανασχεδιασμός των πολεοδομικών ζωνών. Χωρίς μια τέτοια ριζική αλλαγή πλεύσης, η Ευρώπη κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με αλληλεπάλληλες ανθρωπιστικές και οικονομικές κρίσεις λόγω των συνδυαστικών φυσικών καταστροφών.