Την αντίδρασή τους στις συστάσεις της Κομισιόν σχετικά με τον Κανονισμό της ΕΕ για το μεθάνιο (EUMR), εξέφρασαν η IOGP Europe και 20 ακόμα οργανώσεις του κλάδου στην Ευρώπη, σε κοινή ανακοίνωσή τους, ζητώντας αναβολή του σχετικού μηχανισμού.
Όπως τονίζουν, οι βασικές υποχρεώσεις που προβλέπονται στον EUMR τίθενται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2027, αλλά το πλαίσιο που απαιτείται για τη συμμόρφωση με αυτές δεν έχει ακόμη καθοριστεί πλήρως ούτε τεθεί σε εφαρμογή.
«Επιπλέον, η Επιτροπή δεν έχει πραγματοποιήσει ολοκληρωμένη αξιολόγηση ούτε της σκοπιμότητας της συμμόρφωσης ούτε των πιθανών επιπτώσεών της για την ΕΕ. Συγκεκριμένα, δεν έχει αξιολογήσει τον τρόπο με τον οποίο η εφαρμογή θα επηρεάσει τη μείωση των εκπομπών μεθανίου, την ανταγωνιστικότητα, καθώς και την ασφάλεια και τη διαφοροποίηση του ενεργειακού εφοδιασμού», υπογραμμίζεται στην σχετική επιστολή και υπογραμμίζεται:
«Πρόκειται για μια κρίσιμη πρόκληση για την πρακτική εφαρμογή του κανονισμού, την οποία αντιμετωπίζουν τόσο η Επιτροπή όσο και τα κράτη μέλη και ο κλάδος, και ενώ οι προσπάθειες για την υποστήριξη των κρατών μελών είναι ευπρόσδεκτες, δεν αρκούν για την αντιμετώπιση των σοβαρών κινδύνων που θα αντιμετωπίσουν οι εισαγωγείς της ΕΕ από τον Ιανουάριο του 2027.
Ο κλάδος έχει δεσμευτεί να μειώσει περαιτέρω τις εκπομπές μεθανίου. Οι εισαγωγείς έχουν δεσμευτεί να συμμορφωθούν και δεν επιδιώκουν μείωση των κυρώσεων ή χαλάρωση των υποχρεώσεων, αλλά τον χρόνο και τα εργαλεία που απαιτούνται ώστε η συμμόρφωση να είναι πραγματικά εφικτή για το αργό πετρέλαιο και το φυσικό αέριο που χρειάζεται η Ευρώπη.
Τα κράτη μέλη πρέπει επίσης να κατανοήσουν και να αναγνωρίσουν τις σχετικές προκλήσεις, καθώς και τις συνέπειες της προσαρμογής του τρέχοντος ευρωπαϊκού μοντέλου εφοδιασμού, στο πλαίσιο των παγκόσμιων ενεργειακών αγορών, στους περιορισμούς που επιβάλλει ο εφοδιασμός που συμμορφώνεται με τον κανονισμό EUMR».
Για τους λόγους αυτούς, όπως σημειώνουν με την ανακοίνωσή τους οι ενώσεις, απαιτούνται στοχευμένες τροποποιήσεις του κανονισμού και μια χρονικά περιορισμένη αναβολή τριών ετών των σχετικών υποχρεώσεων που προβλέπονται στο Κεφάλαιο V, ιδίως στα άρθρα 28 παράγραφος 1, 28 παράγραφος 2 και 29 παράγραφος 1, προκειμένου να διασφαλιστεί ένα πρακτικό και αποτελεσματικό πλαίσιο εφαρμογής. «Η αναβολή αυτή θα πρέπει να υλοποιηθεί μέσω ενός δεσμευτικού νομικού μέτρου σε επίπεδο ΕΕ: οι μη δεσμευτικές συστάσεις ή η εθνική διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την επιβολή δεν μπορούν να εξασφαλίσουν νομική βεβαιότητα ή εναρμονισμένη εφαρμογή.
Δεν πρόκειται για αίτημα αποδυνάμωσης του κανονισμού ή καθυστέρησης της επίτευξης των στόχων του. Πρόκειται για αίτημα που αποσκοπεί να διασφαλίσει ότι, όταν επιβληθούν οι υποχρεώσεις, θα υπάρχουν πράγματι τα μέσα για την εκπλήρωσή τους. Μια αναβολή θα παρέχει στην Κομισιόν, στα κράτη μέλη και στον κλάδο τον απαιτούμενο χρόνο για:
  1. Την ολοκλήρωση των πλαισίων διαπίστευσης, επαλήθευσης και πιστοποίησης¹ στην απαιτούμενη κλίμακα, τόσο εντός της ΕΕ όσο και στις χώρες εξαγωγής·
  2. Αναπτύξουν και εφαρμόσουν λύσεις συμμόρφωσης που να είναι διαθέσιμες σε παγκόσμιο επίπεδο και να αναγνωρίζονται με συνέπεια σε όλα τα κράτη μέλη;
  3. Διενεργήσουν αυστηρή αξιολόγηση της σκοπιμότητας της συμμόρφωσης και των συνεπειών της εφαρμογής για την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια, την ανταγωνιστικότητα και τη διαφοροποίηση του εφοδιασμού, προκειμένου να προετοιμάσουν μια νωρίτερη αναθεώρηση του κανονισμού· και
  4. Εξασφαλίσουν τη νομική βεβαιότητα και την εναρμόνιση μεταξύ των κρατών μελών, τις οποίες μόνο οι δεσμευτικές υποχρεώσεις μπορούν να παρέχουν».