Σε μια κομβική πολιτική και οικονομική απόφαση προχώρησαν οι πρέσβεις των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Συμβούλιο της ΕΕ, αποφασίζοντας να παρέμβουν δραστικά στη «στρόφιγγα» προσφοράς του Ευρωπαϊκού Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (EUETS).
Η συμφωνία προβλέπει την πλήρη αναστολή —το λεγόμενο «πάγωμα»— της αυτόματης διαγραφής των πλεοναζόντων δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα έως το τέλος του 2030. Η ρύθμιση αυτή αφορά άμεσα τα δικαιώματα άνθρακα που υπερβαίνουν το θεσμοθετημένο ανώτατο όριο των 400 εκατομμυρίων μονάδων, τα οποία μέχρι σήμερα αποθηκεύονταν στο Αποθεματικό Σταθερότητας της Αγοράς (Market Stability Reserve – MSR) και στη συνέχεια ακυρώνονταν οριστικά.
Το Αποθεματικό Σταθερότητας της Αγοράς δημιουργήθηκε αρχικά από την ΕΕ ως ένας αυτόματος μηχανισμός εξισορρόπησης της προσφοράς και της ζήτησης. Όταν η περίσσεια δικαιωμάτων στην αγορά αυξανόταν υπερβολικά, οι πλεονάζουσες ποσότητες διοχετεύονταν στο MSR ώστε να αποτραπεί η κατάρρευση των τιμών ρύπων. Με το υφιστάμενο καθεστώς, όσα δικαιώματα παρέμεναν στο αποθεματικό πέραν του πλαφόν των 400 εκατομμυρίων διαγράφονταν οριστικά στο τέλος κάθε έτους, αποσύροντας μόνιμα τη σχετική αέρια ρύπανση από το σύστημα.
Με τη νέα απόφαση του Συμβουλίου της ΕΕ, η αυτόματη αυτή διαγραφή αναστέλλεται πλήρως για την επόμενη πενταετία. Τα πλεονάζοντα δικαιώματα άνω των 400 εκατομμυρίων δεν θα καταστρέφονται, αλλά θα παραμένουν δεσμευμένα ως στρατηγικό «μαξιλάρι» ασφαλείας. Παράλληλα, αποφασίστηκε ότι από την 1η Ιανουαρίου 2031 το κατώφλι ενεργοποίησης των διαγραφών θα διπλασιαστεί στα 800 εκατομμύρια δικαιώματα, εξέλιξη που μεταβάλλει ριζικά τη δομή της ευρωπαϊκής αγοράς άνθρακα.
Η απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διατηρήσει ζωντανά αυτά τα δικαιώματα υπαγορεύεται από την ανάγκη αντιμετώπισης των έντονων διακυμάνσεων και της αβεβαιότητας στην ενεργειακή αγορά. Τα συσσωρευμένα δικαιώματα θα λειτουργούν εφεξής ως εργαλείο εξομάλυνσης σε περίπτωση μελλοντικών κρίσεων ή απότομων ελλείψεων στην προσφορά. Παράλληλα, η μόνιμη ακύρωση δικαιωμάτων οδηγούσε σε δραματική μείωση της διαθέσιμης προσφοράς και ραγδαία αύξηση της τιμής των ρύπων, επιβαρύνοντας δυσανάλογα τις ενεργοβόρες βιομηχανίες. Τέλος, η διατήρηση επαρκούς ρευστότητας κρίνεται απαραίτητη ενόψει της επέκτασης του συστήματος εμπορίας ρύπων στους τομείς των μεταφορών και των κτιρίων μέσω του νέου πλαισίου ETS2.
Η συγκεκριμένη παρέμβαση στη στρόφιγγα προσφοράς δημιουργεί ένα διπλό οικονομικό αντίκτυπο για τις ευρωπαϊκές οικονομίες. Για χώρες με υψηλή εξάρτηση από ορυκτά καύσιμα, η αποφυγή ακραίων διακυμάνσεων στις τιμές του διοξειδίου του άνθρακα λειτουργεί ως δίχτυ προστασίας, καθώς περιορίζει την άμεση μετακύλιση του κόστους ρύπων στη χονδρεμπορική τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος και παρέχει ανάσα στη μεταποίηση. Από την άλλη πλευρά, αν η διατήρηση μεγαλύτερης προσφοράς συγκρατήσει τις τιμές των δικαιωμάτων σε χαμηλότερα επίπεδα, ενδέχεται να μειωθούν τα κρατικά έσοδα από τις δημοπρασίες ρύπων, τα οποία τροφοδοτούν τα εθνικά Ταμεία Ενεργειακής Μετάβασης για τη χρηματοδότηση έργων ΑΠΕ και εξοικονόμησης ενέργειας.
Η συμφωνία των πρέσβεων στο Συμβούλιο της ΕΕ διαμορφώνει την κοινή θέση των κρατών-μελών, ωστόσο η νομοθετική διαδικασία δεν έχει ολοκληρωθεί. Για να καταστεί οριστικός νόμος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το κείμενο θα αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά τη διάρκεια των επικείμενων τριμερών διαλόγων, όπου θα κριθεί η τελική ισορροπία μεταξύ των περιβαλλοντικών στόχων και της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας.