Η ΑΚΤΑΙΑ καλεί το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων να αναθεωρήσει ουσιαστικά τα άρθρα 22–30 του προτεινόμενου νομοσχεδίου για την αλιεία και τις υδατοκαλλιέργειες πριν από την κατάθεσή του στη Βουλή.
Η βασική ανησυχία είναι σαφής: οι προτεινόμενες ρυθμίσεις δεν προστατεύουν επαρκώς το περιβάλλον, δεν εξασφαλίζουν ανεξάρτητους ελέγχους και δεν προβλέπουν δημόσια πρόσβαση στα δεδομένα. Παράλληλα ενισχύουν την επιρροή του ίδιου του κλάδου χωρίς να εξασφαλίζουν ουσιαστική συμμετοχή της τοπικής αυτοδιοίκησης, των παράκτιων αλιέων και των άμεσα επηρεαζόμενων κοινωνιών στη λήψη αποφάσεων.
Με πρωτοβουλία του Rauch Foundation, η MacAlister Elliott & Partners (MEP) πραγματοποίησε τεχνική αξιολόγηση των προτεινόμενων ρυθμίσεων και κατέθεσε συγκεκριμένες προτάσεις στη δημόσια διαβούλευση.
Περισσότερη επιρροή στον κλάδο – χωρίς αντίστοιχη φωνή στις τοπικές κοινωνίες
Η εκπροσώπηση των παραγωγών στο Εθνικό Συμβούλιο Υδατοκαλλιεργειών ενισχύεται, ενώ δεν προβλέπεται εγγυημένη εκπροσώπηση της τοπικής αυτοδιοίκησης, των παράκτιων αλιέων ή των άμεσα επηρεαζόμενων κοινωνιών.
Παράλληλα, οι φορείς που διαχειρίζονται τις ΠΟΑΥ και στους οποίους συμμετέχουν οι ίδιες οι επιχειρήσεις υδατοκαλλιέργειας, έχουν σημαντικό ρόλο στην περιβαλλοντική παρακολούθηση. Οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να ελέγχουν ουσιαστικά τον εαυτό τους. Χρειάζονται ανεξάρτητοι έλεγχοι, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση, δημόσια εποπτεία και δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων.
Η ανισορροπία αυτή είναι ιδιαίτερα ανησυχητική για τους παράκτιους αλιείς μικρής κλίμακας, οι οποίοι ήδη πιέζονται από τις ανταγωνιστικές χρήσεις του θαλάσσιου χώρου. Το προτεινόμενο πλαίσιο τους επιβάλλει πρόσθετους περιορισμούς και υποχρεώσεις, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει τον θεσμικό ρόλο των παραγωγών υδατοκαλλιέργειας.
Ανεπαρκείς περιβαλλοντικές εγγυήσεις και κυρώσεις
Η «αγρανάπαυση» και η μεταφορά μιας μονάδας σε άλλη περιοχή δεν πρέπει να αποτελούν διέξοδο για επιχειρήσεις που έχουν προκαλέσει περιβαλλοντική βλάβη, ούτε να μεταφέρουν απλώς την περιβαλλοντική πίεση από μία περιοχή σε άλλη. Απαιτούνται σαφείς όροι για την παύση της δραστηριότητας, την ανεξάρτητη αξιολόγηση και την πλήρη αποκατάσταση του περιβάλλοντος.
Παράλληλα, προτείνεται να αυξηθεί από 24 σε 30 μήνες ο χρόνος απομάκρυνσης των εγκαταστάσεων μετά τη λήξη μιας μίσθωσης. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν και οι κυρώσεις. Τα προβλεπόμενα πρόστιμα των €3.000–€30.000 δεν λειτουργούν αποτρεπτικά για μεγάλες επιχειρήσεις, ούτε προσεγγίζουν το πραγματικό κόστος απομάκρυνσης εγκαταλελειμμένων εγκαταστάσεων και αποκατάστασης του θαλάσσιου περιβάλλοντος.
Στην Ελλάδα έχουν ήδη καταγραφεί πάνω από 173 εγκαταλελειμμένες μονάδες υδατοκαλλιέργειας, αφήνοντας πίσω εξοπλισμό και απόβλητα. Παράλληλα, η νέα ρύθμιση προβλέπει ότι το ημερήσιο πρόστιμο των €500 και τα σχετικά μέτρα θα ενεργοποιούνται 90 ημέρες μετά τη διαπίστωση της παράβασης, αντί για 20 ημέρες που ισχύει σήμερα.
Η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» πρέπει να εφαρμόζεται στην πράξη: οι κυρώσεις πρέπει να είναι πραγματικά αποτρεπτικές και οι εταιρείες να καλύπτουν ολόκληρο το κόστος αποξήλωσης, καθαρισμού και αποκατάστασης — όχι οι τοπικές κοινωνίες ή το Δημόσιο.
Ισχυρή δημόσια αντίδραση
Τα εννέα άρθρα για τις υδατοκαλλιέργειες συγκέντρωσαν 99 από τα 355 δημοσιευμένα σχόλια της δημόσιας διαβούλευσης, δηλαδή σχεδόν το 28% του συνόλου. Αυτό συνέβη παρότι οι υδατοκαλλιέργειες δεν αναφέρονταν ούτε στον επίσημο τίτλο ούτε στη σύντομη περιγραφή της διαβούλευσης.
Στη διαβούλευση κατατέθηκαν επίσης τα κοινά συμπεράσματα 36 παράκτιων και νησιωτικών δήμων, οι οποίοι έχουν ήδη ζητήσει ουσιαστικές αλλαγές στην πολιτική της χώρας για τις υδατοκαλλιέργειες.
«Οι δήμοι, οι παράκτιοι αλιείς και οι άνθρωποι που ζουν με τις συνέπειες αυτών των αποφάσεων πρέπει να έχουν φωνή στη λήψη τους. Δεν μπορούμε να ενισχύουμε την επιρροή του κλάδου, ενώ οι τοπικές κοινωνίες μένουν χωρίς εγγυημένη εκπροσώπηση. Οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να ελέγχουν τον εαυτό τους και οι κυρώσεις δεν μπορούν να είναι τόσο χαμηλές ώστε η παραβίαση των κανόνων να αποτελεί απλώς κόστος λειτουργίας. Χρειαζόμαστε ανεξάρτητους ελέγχους, ουσιαστικές περιβαλλοντικές εγγυήσεις και σαφή ευθύνη για την πλήρη αποκατάσταση». — κ. Εύα Δουζίνα, Πρόεδρος του Rauch Foundation και μέλος της ΑΚΤΑΙΑΣ.
Η ΑΚΤΑΙΑ ζητά:
-
ουσιαστική συμμετοχή της τοπικής αυτοδιοίκησης, των παράκτιων αλιέων και των επηρεαζόμενων κοινωνιών στη λήψη αποφάσεων,
-
ανεξάρτητους περιβαλλοντικούς ελέγχους και δημόσια πρόσβαση στα δεδομένα,
-
σαφείς περιβαλλοντικές εγγυήσεις για την αγρανάπαυση, τη μετεγκατάσταση και την πλήρη αποκατάσταση,
-
πραγματικά αποτρεπτικές κυρώσεις και εφαρμογή της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει», και
-
δημοσίευση της έκθεσης της διαβούλευσης και του αναθεωρημένου κειμένου πριν το νομοσχέδιο προχωρήσει στη Βουλή.











