Η πρόσφατη κρίση στον Περσικό Κόλπο και η συνακόλουθη γεωπολιτική αστάθεια κατέδειξαν με σαφήνεια τα όρια των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και την εξάρτηση της Ευρώπης από τους υδρογονάνθρακες. Ταυτοχρόνως, η ανάγκη για απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και ιδιαιτέρως από το ρωσικό φυσικό αέριο, απότοκη και της κρίσης που προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία, οδήγησε σε έναν επαναπροσδιορισμό της Ευρωπαϊκής Ενεργειακής πολιτικής, με πρωτοφανή κινητοποίηση κεφαλαίων και πολιτικών υπέρ των ΑΠΕ, σύμφωνα και με τις επιταγές της Πράσινης Μετάβασης, που σχηματοποιήθηκε, μεταξύ άλλων, στο European Green Deal, στο Fit for 55 και στο REPowerEU.
Θεωρητικά, η έκθεση της Οικονομίας της Γηραιάς Ηπείρου στους ενεργειακούς πόρους που διακινούνται μέσω των Στενών του Ορμούζ είναι μάλλον περιορισμένη, καθώς η Ευρώπη εισάγει μόλις το 10% των αναγκών της σε πετρέλαιο και το 5% σε LNG, σύμφωνα με στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA). Πλην όμως, κατέστη σαφές ότι ακόμη και περιορισμένες διαταραχές στις ροές πετρελαίου και LNG αρκούν για να επηρεάσουν άμεσα το κόστος παραγωγής, τις μεταφορές, την εφοδιαστική αλυσίδα, τον πληθωρισμό και τελικά την ίδια την ανταγωνιστικότητα των Ευρωπαϊκών Οικονομιών. Το δίδαγμα των δύο μεγάλων πετρελαϊκών κρίσεων της δεκαετίας του 1970 που προκάλεσαν πληθωριστικά σοκ στις δυτικές οικονομίες, ότι δηλαδή η εξάρτηση από περιορισμένες γεωγραφικές πηγές αποτελεί στρατηγικό ρίσκο, δεν έχει εμπεδωθεί πλήρως, παρά την πρόοδο που έχουν σημειώσει κράτη – μέλη σε όρους διαφοροποίησης του ενεργειακού μείγματος και ενίσχυσης της ανθεκτικότητας, προϊόν και του σοκ που εκδηλώθηκε στο πρώτο στάδιο της κρίσης στην Ουκρανία.












