Στο φως της δημοσιότητας δόθηκε η πρώτη συγκριτική Έκθεση για το Πόσιμο Νερό της Ένωσης Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών Ύδατος (WAREG), στη σύνταξη της οποίας έπαιξε κεντρικό ρόλο η Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ).
Η Έκθεση εκπονήθηκε στο πλαίσιο εναρμόνισης της Οδηγίας για το Πόσιμο Νερό (ΕΕ, 2020/2184), Οδηγία που θέτει νέους κανόνες για την ποιότητα, την ασφάλεια και την προσβασιμότητα στο νερό ανθρώπινης κατανάλωσης.
Η ΡΑΑΕΥ, εκπροσωπούμενη από τον Προέδρο της, Καθ. Κωνσταντίνο Τσιμάρα και το στελέχους του Κλάδου Υδάτων, Ελένη Στρομπούλα, ανέλαβε μαζί με την αντίστοιχη Ρυθμιστική Αρχή Κοινωφελών Υπηρεσιών της Λετονίας, την από κοινού προεδρία της Ομάδας Εργασίας για την ποιότητα του πόσιμου νερού, τον σχεδιασμό του ερωτηματολογίου και τη συγγραφή της Έκθεσης. Πρόκειται για αναγνώριση που τοποθετεί την ελληνική Ρυθμιστική Αρχή στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής ανταλλαγής τεχνογνωσίας για τη διαχείριση του νερού.
Στην Έκθεση καταγράφεται για πρώτη φορά η διαδικασία εναρμόνισης της Οδηγίας από τις 21 ευρωπαϊκές χώρες που συμμετείχαν στην έρευνα, καθώς και η κατάσταση στην οποία βρίσκονται όσον αφορά στον τομέα των υδάτων.
Σύμφωνα με την Έκθεση, η ποιότητα του νερού αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα, με 19 από τις 21 χώρες (μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα) να ορίζουν ρητά την υποχρέωση των παρόχων υπηρεσιών ύδατος να εξασφαλίζουν στους καταναλωτές όλες τις απαραίτητες πληροφορίες, τόσο υπό τη μορφή εργαστηριακών αποτελεσμάτων, όσο και επιτήρησης της δημόσιας υγείας.
Όπως καταγράφεται στην Έκθεση, η Ελλάδα είναι μεταξύ των 12 χωρών που αντιμετωπίζουν σοβαρά θέματα απώλειας πόσιμου νερού λόγω των παλαιωμένων υποδομών ύδρευσης, για τις οποίες στη χώρα μας τόσο οι πάροχοι όσο και οι αρμόδιοι φορείς (μεταξύ αυτών και η ΡΑΑΕΥ) καταβάλλουν προσπάθειες εκσυγχρονισμού και αναβάθμισής τους. Στην ίδια κατηγορία με την Ελλάδα βρίσκονται και άλλες χώρες, όπως η Ιρλανδία και η Πορτογαλία, ενώ σε αρκετές χώρες (Αζόρες-Πορτογαλία, Βουλγαρία, Γεωργία, Κόσοβο, Βόρεια Μακεδονία, Αλβανία) το ποσοστό απωλειών ξεπερνά ακόμα και το 50%, όπως φαίνεται στο συγκριτικό διάγραμμα.












