Σε καθεστώς απόλυτης αστάθειας παραμένει η ενεργειακή αγορά, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη, καθώς τα ανοιχτά πολεμικά μέτωπα στη Μέση Ανατολή και την Ουκρανία συνθέτουν ένα εκρηκτικό σκηνικό. Με την κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων να μην αφήνει περιθώρια για ουσιαστική αποκλιμάκωση και τις Βρυξέλλες να κινούνται με καθυστερημένα αντανακλαστικά, η έλευση του χειμώνα απειλεί να ασκήσει ασφυκτικές πιέσεις στα νοικοκυριά και την επιχειρηματική κοινότητα.
Στο «κόκκινο» το Χρηματιστήριο Ενέργειας
Η εγχώρια χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρισμού καταγράφει έντονες διακυμάνσεις, με τις τιμές να επανέρχονται σε υψηλά επίπεδα και να δοκιμάζουν τις αντοχές του συστήματος. Η τιμή της μεγαβατώρας ξεπέρασε εκ νέου το όριο των 200 ευρώ, φτάνοντας τα 206,2 ευρώ με ημερήσια αύξηση της τάξης του 28,5%. Η ημερήσια διακύμανση είναι ιδιαίτερα έντονη: τις μεσημεριανές ώρες η τιμή μηδενίζεται λόγω της αυξημένης παραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, ενώ ανέρχεται έως και τα 350 ευρώ/MWh κατά τις πρωινές και απογευματινές ώρες αιχμής, όταν το σύστημα αναγκάζεται να στηριχθεί στις ακριβότερες θερμικές μονάδες φυσικού αερίου.
Ο ρόλος των ΑΠΕ αποδεικνύεται καθοριστικός για τη διαμόρφωση της αγοράς. Τις ημέρες με υψηλή πράσινη παραγωγή οι τιμές αποκλιμακώνονται, ενώ όταν η συμμετοχή τους υποχωρεί, το φυσικό αέριο αναλαμβάνει κυρίαρχο ρόλο, αυξάνοντας το συνολικό κόστος. Παρά την άνοδο των τιμών στην Ελλάδα, η εγχώρια αγορά διατηρείται συγκριτικά χαμηλότερα σε σχέση με την υπόλοιπη Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη. Σε χώρες όπως η Ουγγαρία, η Ρουμανία και η Βουλγαρία, οι τιμές διαμορφώνονται σταθερά πάνω από τα 250–260 ευρώ/MWh, εξαιτίας των περιορισμένων διασυνοριακών ηλεκτρικών διασυνδέσεων.
Η επιβάρυνση από το φυσικό αέριο και το αδιέξοδο της ΕΕ
Παράλληλα, η ευρωπαϊκή τιμή αναφοράς για το φυσικό αέριο (TTF) διατηρείται σε υψηλά επίπεδα, κοντά στα 85–86 ευρώ/MWh —στα υψηλότερα σημεία από το 2022. Οι πιέσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), οι γεωπολιτικές εντάσεις και η περιορισμένη διαθεσιμότητα φορτίων οξύνουν τον ανταγωνισμό με τις αγορές της Ασίας. Με τα αποθέματα να βρίσκονται κάτω από τον ιστορικό μέσο όρο και τη ζήτηση να ενισχύεται λόγω χειμώνα, οι εκτιμήσεις για την πορεία των τιμών παραμένουν επιφυλακτικές.
Η εξέλιξη αυτή φέρνει στην επιφάνεια τα δομικά κενά του ευρωπαϊκού ενεργειακού σχεδιασμού. Η υστέρηση στη δημιουργία υποδομών αποθήκευσης (μπαταριών και αντλησιοταμίευσης) προκαλεί σημαντικές στρεβλώσεις, ενώ η απουσία καθοριστικών θεσμικών αποφάσεων σε επίπεδο Βρυξελλών αφήνει τα κράτη-μέλη εκτεθειμένα σε ένα σύνθετο κύμα ανατιμήσεων που επηρεάζει την πραγματική οικονομία.