Η διαχείριση των υδατικών πόρων αποτελεί πλέον ένα από τα πιο κρίσιμα στοιχεία της περιβαλλοντικής και οικονομικής πολιτικής της Ελλάδας. Σε μια περίοδο κατά την οποία η λειψυδρία, οι παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας και τα ακραία καιρικά φαινόμενα ασκούν πρωτοφανείς πιέσεις στα διαθέσιμα αποθέματα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε μια νέα, αποκαλυπτική αξιολόγηση.
Η έκθεση αυτή εξετάζει διεξοδικά τα ελληνικά Σχέδια Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών και τα Σχέδια Διαχείρισης Κινδύνων Πλημμύρας, αποτυπώνοντας τόσο την πρόοδο που έχει σημειωθεί όσο και τις σημαντικές υστερήσεις που απαιτούν άμεση ανάληψη δράσης.
Τα ευρήματα της Κομισιόν συνθέτουν μια εικόνα δύο ταχυτήτων. Από τη μία πλευρά, καταγράφεται μια αξιοσημείωτη και σταθερή βελτίωση στην οικολογική και χημική κατάσταση των επιφανειακών υδάτων της χώρας. Από την άλλη πλευρά, η Ελλάδα παραμένει αντιμέτωπη με οξεία υδατική πίεση, η οποία οφείλεται στη δομή της οικονομίας της, στις εκτεταμένες απώλειες των δικτύων μεταφοράς και στην ανάγκη για έναν πιο ορθολογικό και αποτελεσματικό σχεδιασμό.
Η ακτινογραφία της κατανάλωσης: Το βάρος στη γεωργική παραγωγή
Η κατανομή των αντλήσεων νερού στην Ελλάδα αποκαλύπτει τη βασική αιτία των πιέσεων που δέχονται τα υδάτινα συστήματα. Σύμφωνα με τα στοιχεία του 2023, η γεωργία απορροφά τη συντριπτική πλειονότητα των διαθέσιμων πόρων, αντιπροσωπεύοντας το 81,1% των συνολικών αντλήσεων. Ακολουθεί η δημόσια ύδρευση με 15,2%, ενώ η μεταποίηση και η παραγωγή ενέργειας καταλαμβάνουν πολύ μικρότερα ποσοστά, 2,2% και 1,2% αντίστοιχα.
Παρόλο που από το 2014 έως σήμερα οι συνολικές αντλήσεις νερού στη χώρα έχουν σημειώσει μείωση κατά 12%, η δομική εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας —και ειδικότερα του πρωτογενούς τομέα— από το νερό παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητη.
Το ζήτημα της εξάρτησης γίνει ακόμη πιο εμφανές όταν εξεταστεί η παραγωγικότητα του νερού, δηλαδή η οικονομική αξία που παράγεται ανά κυβικό μέτρο αντλούμενου νερού. Το 2022, η παραγωγικότητα του νερού στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στα 23 ευρώ ανά κυβικό μέτρο. Το νούμερο αυτό απέχει παρασάγγας από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος ανέρχεται στα 153 ευρώ ανά κυβικό μέτρο. Αυτή η τεράστια απόκλιση αναδεικνύει την ανάγκη μετάβασης σε καλλιεργητικές πρακτικές και τεχνολογίες που παράγουν μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία με παράλληλη εξοικονόμηση πόρων.
Βελτίωση στην ποιότητα των υδάτων παρά τις υφιστάμενες πιέσεις
Στο πεδίο της ποιότητας, τα νέα είναι ενθαρρυντικά. Τα στοιχεία των τρίτων Σχεδίων Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών δείχνουν ότι η ποιότητα των ποταμών και των λιμνών της χώρας παρουσιάζει σταθερά ανοδική τροχιά:
-
Οικολογική Κατάσταση: Το 65,4% των επιφανειακών υδάτινων σωμάτων βρίσκεται πλέον σε καλή οικολογική κατάσταση, σημειώνοντας άνοδο από το 63,8% του προηγούμενου κύκλου και το 41,9% του πρώτου κύκλου αξιολόγησης.
-
Χημική Κατάσταση: Η εικόνα είναι ακόμη θετικότερη, με το 92,2% των υδάτινων σωμάτων να καταγράφεται σε καλή χημική κατάσταση, έναντι 88,6% στην προηγούμενη περίοδο.
Ωστόσο, η Κομισιόν υπογραμμίζει ότι οι πιέσεις παραμένουν ισχυρές. Η γεωργία βρίσκεται στο επίκεντρο αυτού του παραδόξου: ενώ είναι ο μεγαλύτερος καταναλωτής νερού, αποτελεί ταυτόχρονα μία από τις κύριες πηγές ρύπανσης των υδάτων λόγω της χρήσης λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων, μαζί με τα αστικά και βιομηχανικά απόβλητα.
Παράλληλα, εντοπίζονται θεσμικές και επιχειρησιακές αδυναμίες. Η ευρωπαϊκή αξιολόγηση εστιάζει στην ανάγκη για αυστηρότερη παρακολούθηση των αντλήσεων, καλύτερη διαχείριση της ζήτησης και στενότερη σύνδεση των ληφθέντων μέτρων με τις ιδιαιτερότητες και τις πιέσεις που αντιμετωπίζει κάθε λεκάνη απορροής ξεχωριστά.
Υποδομές, διαρροές και η πρόκληση των ακραίων φαινομένων
Ένας από τους πλέον κρίσιμους τομείς που χρήζουν άμεσης παρέμβασης είναι οι υποδομές. Αν και η ποιότητα του πόσιμου νερού στην Ελλάδα βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα και δεν προκαλεί ανησυχία στις ευρωπαϊκές αρχές, τα δίκτυα μεταφοράς και διανομής πάσχουν από σοβαρές απώλειες. Η γήρανση των σωληνώσεων οδηγεί σε εκτεταμένες διαρροές, σπαταλώντας πολύτιμες ποσότητες νερού πριν αυτές φτάσουν στον τελικό καταναλωτή.
Ταυτόχρονα, η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ που αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη υδατική καταπόνηση (water stress). Το φαινόμενο αυτό επιτείνεται από την κλιματική αλλαγή, η οποία φέρνει παρατεταμένες περιόδους ξηρασίας εναλλασσόμενες με επεισόδια σφοδρών βροχοπτώσεων.
Η Κομισιόν επισημαίνει δύο βασικά κενά:
-
Έλλειψη υποδομών συλλογής: Δεν υπάρχει ακόμη ένα επαρκές και ολοκληρωμένο πλαίσιο για τη συλλογή και αποθήκευση των επιφανειακών και όμβριων υδάτων. Έτσι, το νερό των έντονων βροχοπτώσεων χάνεται στη θάλασσα χωρίς να αξιοποιείται.
-
Περιορισμένη επαναχρησιμοποίηση: Η αξιοποίηση των επεξεργασμένων λυμάτων παραμένει σε πολύ χαμηλά επίπεδα, στερώντας από την οικονομία μια εναλλακτική πηγή νερού για χρήσεις όπως η άρδευση.
Όσον αφορά τη διαχείριση των πλημμυρών, η ανθεκτικότητα της χώρας συνδέεται άμεσα με τη δυνατότητα συγκράτησης του νερού. Η Ελλάδα καλείται να διαχειριστεί ταυτόχρονα δύο αντίθετες όψεις του ίδιου προβλήματος: από τη μία τη λειψυδρία και από την άλλη τις αιφνίδιες πλημμύρες, οι οποίες δεν προσφέρουν ανακούφιση στο πρόβλημα της λειψυδρίας αν λείπουν οι κατάλληλες υποδομές ταμιευτήρων και τα έργα ορεινής υδρονομίας.
Η επόμενη μέρα: Από την προσφορά στη διαχείριση της ζήτησης
Η Ελλάδα έχει ήδη πραγματοποιήσει ορισμένα σημαντικά βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση. Η θεσμοθέτηση της νέας Εθνικής Στρατηγικής για τα Ύδατα, οι αλλαγές στο πλαίσιο διακυβέρνησης, καθώς και η χρηματοδότηση σημαντικών έργων ύδρευσης και αποχέτευσης μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και των προγραμμάτων της Πολιτικής Συνοχής, αποτελούν ισχυρές παρακαταθήκες.
Ωστόσο, η αξιολόγηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής καθιστά σαφές ότι η στρατηγική της χώρας πρέπει να αλλάξει προσανατολισμό. Η λύση στο πρόβλημα δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην αναζήτηση νέων ποσοτήτων νερού, αλλά στην κυκλική διαχείριση και τη διαχείριση της ζήτησης.
Οι βασικές προτεραιότητες για το μέλλον συνοψίζονται στα εξής σημεία:
-
Δραστικός περιορισμός των απωλειών στα δίκτυα ύδρευσης και άρδευσης μέσω εκσυγχρονισμού των υποδομών.
-
Εγκατάσταση έξυπνων συστημάτων παρακολούθησης και ψηφιακών μετρητών για τον ακριβή έλεγχο των αντλήσεων και της κατανάλωσης.
-
Ευρεία εφαρμογή της επαναχρησιμοποίησης επεξεργασμένων λυμάτων στη γεωργία και τη βιομηχανία, όπου αυτό είναι ασφαλές και τεχνικά εφικτό.
-
Δημιουργία υποδομών συγκράτησης και αποθήκευσης των όμβριων υδάτων για την ενίσχυση των αποθεμάτων κατά τους ξηρούς μήνες.











