Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια βαθιά και πολυδιάστατη κρίση ενεργειακής ανταγωνιστικότητας, η οποία απειλεί άμεσα το παραγωγικό της μοντέλο και τη θέση της στη διεθνή αγορά. Ελλείψει φθηνών εγχώριων πηγών ενέργειας, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να εξαρτάται σε ποσοστό σχεδόν 60% από εισαγωγές ενέργειας, εισάγοντας μάλιστα πάνω από το 90% του πετρελαίου και του φυσικού αερίου που καταναλώνει. Την ίδια στιγμή, χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν καταστεί καθαροί εξαγωγείς ενέργειας, ενώ η εξάρτηση της Κίνας περιορίζεται μόλις στο 20%.
Όπως αποκαλύπτει ανάλυση του World Economic Forum, αυτή η τεράστια εξάρτηση από το εξωτερικό μεταφράζεται τα τελευταία χρόνια σε έντονη αστάθεια τιμών και δυσβάσταχτο κόστος για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Παρά το γεγονός ότι έχει περάσει αρκετός χρόνος από την αρχική εκτίναξη της κρίσης, οι τιμές ενέργειας στην Ευρώπη παραμένουν διπλάσιες σε σύγκριση με τα επίπεδα προ του πολέμου στην Ουκρανία. Οι μέσες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για τη βιομηχανία στην ΕΕ είναι σήμερα περίπου 50% υψηλότερες από εκείνες της Κίνας και διπλάσιες από τις αντίστοιχες στις ΗΠΑ. Αυτό το δομικό μειονέκτημα έχει οδηγήσει σε πτώση της παραγωγής κατά 10% έως 15% μεταξύ 2021 και 2024, προκαλώντας παράλληλα την απώλεια σχεδόν ενός εκατομμυρίου θέσεων εργασίας στον ευρωπαϊκό μεταποιητικό τομέα.
Η γεφύρωση του χάσματος μεταξύ ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου
Η ταχεία ηλεκτροδότηση αποτελεί την πιο άμεση και αποτελεσματική οδό για τη μείωση του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας. Παράλληλα, μειώνει τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, βελτιώνει την ενεργειακή απόδοση και περιορίζει την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας θα πρέπει να υπερδιπλασιαστεί προκειμένου να καλυφθούν οι κλιματικοί και ενεργειακοί στόχοι.
Το προτεινόμενο Σχέδιο Δράσης για την Ηλεκτροδότηση (Electrification Action Plan – EAP) προβλέπει ότι το μερίδιο του ηλεκτρισμού στην τελική ενεργειακή κατανάλωση θα ανέλθει στο 46% έως το 2040, από 23% που είναι σήμερα. Ωστόσο, το σχέδιο επισημαίνει ως βασικό εμπόδιο το υψηλό κόστος του ηλεκτρισμού σε σύγκριση με τα ορυκτά καύσιμα. Στην ΕΕ, η ηλεκτρική ενέργεια κοστίζει κατά μέσο όρο τρεις φορές περισσότερο από το φυσικό αέριο για τους βιομηχανικούς καταναλωτές. Στόχος του EAP είναι να περιοριστεί αυτή η αναλογία στο μέγιστο του 2 για τη βιομηχανία και του 2,5 για τα νοικοκυριά έως το 2030, με βασικό εργαλείο την ταχύτερη ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ).
Μείωση του συνολικού κόστους μέσω αιολικών και φωτοβολταϊκών
Τα μακροπρόθεσμα σενάρια δείχνουν ότι η ηλιακή και η αιολική ενέργεια θα αντιπροσωπεύουν το 70% έως 90% του ευρωπαϊκού ενεργειακού μείγματος έως το 2050, από περίπου 30% σήμερα. Τα υπεράκτια αιολικά (offshore) αναμένεται να καλύψουν το 20% έως 26% του συνόλου. Αυτή η στροφή θα μειώσει το συνολικό κόστος του ηλεκτρικού συστήματος κατά σχεδόν 30%, καθώς το κόστος παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές είναι σημαντικά χαμηλότερο συγκριτικά με τα ορυκτά καύσιμα.
Οι ανανεώσιμες πηγές αποτελούν ήδη τη φθηνότερη πηγή ηλεκτρισμού στην Ευρώπη, με τις τιμές να μειώνονται διαρκώς. Παρόλο που οι επενδύσεις στα δίκτυα προβλέπεται να διπλασιαστούν –λόγω της παλαιότητας των υποδομών και της αυξανόμενης ζήτησης–, η διεύρυνση του συστήματος διασφαλίζει ότι το κόστος ανά MWh μειώνεται συνολικά. Επιπλέον, τα υψηλότερα μερίδια ηλιακής και αιολικής ενέργειας συμβάλλουν στη συμπίεση των τιμών χονδρικής, καθώς εκτοπίζουν τις ακριβότερες μονάδες φυσικού αερίου, αποσυνδέοντας παράλληλα τις τιμές του ηλεκτρισμού από τις διακυμάνσεις των ορυκτών καυσίμων.
Αντιμετώπιση της μεταβλητότητας και αποθήκευση
Ένα σύνηθες επιχείρημα αφορά τη σταθερότητα ενός συστήματος που βασίζεται στον ήλιο και τον άνεμο. Ωστόσο, ένα ισορροπημένο μείγμα παραγωγής εξασφαλίζει σταθερότητα σε ετήσια βάση. Σε επίπεδο εποχών, η αναλογία ενός τρίτου ηλιακής και δύο τρίτων αιολικής ενέργειας ταιριάζει απόλυτα με τις ευρωπαϊκές ανάγκες: τα αιολικά κορυφώνονται τους χειμερινούς μήνες, ενώ τα φωτοβολταϊκά κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.
Οι περίοδοι παρατεταμένης χαμηλής παραγωγής λόγω καιρικών συνθηκών μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσω συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας με μπαταρίες, ευέλικτης εφεδρικής δυναμικότητας, διασυνοριακών διασυνδέσεων και της ενεργούς συμμετοχής της ζήτησης. Το κόστος αυτών των μέτρων εξισορρόπησης λαμβάνεται ήδη υπόψη στις εκτιμήσεις για συνολική εξοικονόμηση πόρων, αποδεικνύοντας ότι ένα απαλλαγμένο από εκπομπές άνθρακα δίκτυο παραμένει οικονομικά ανώτερο.
Τρεις βασικές πολιτικές παρεμβάσεις για την επόμενη μέρα
Για να αξιοποιηθούν πλήρως τα οφέλη της πράσινης ενέργειας, οι επενδύσεις σε νέα παραγωγική ικανότητα και δίκτυα πρέπει να ακολουθήσουν τον ρυθμό της αυξανόμενης ζήτησης. Δεδομένου ότι τα μεγάλα ενεργειακά έργα απαιτούν μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και υψηλά κεφάλαια, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής οφείλουν να μειώσουν το επενδυτικό ρίσκο μέσω τριών καίριων παρεμβάσεων:
-
Μείωση κινδύνου για τα δίκτυα: Παροχή κρατικών εγγυήσεων και διευκόλυνση μεγαλύτερων περιόδων απόσβεσης για τους διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς και διανομής.
-
Συμβάσεις επί διαφορών (Contracts for Difference – CfDs): Επέκταση των αμφίδρομων CfDs στα υπεράκτια αιολικά έργα, ώστε να σταθεροποιούνται τα έσοδα των επενδυτών και να προστατεύονται οι καταναλωτές από ακραίες τιμολογιακές διακυμάνσεις.
-
Εξισορρόπηση φόρων και τελών: Αφαίρεση των πάγιων κρατικών φόρων και τελών από τους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας, ώστε να περιοριστεί μόνιμα η ψαλίδα τιμής μεταξύ ηλεκτρισμού και ορυκτών καυσίμων.











