Η αντιπυρική περίοδος -τυπικά τουλάχιστον- δεν έχει τελειώσει ακόμα, και ενώ πάνω από το 70% των καμένων εκτάσεων στη χώρα για φέτος οφείλεται στο δίκτυο μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικού ρεύματος, το Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας (ΥΚΚΠΠ) πρότεινε διάταξη νόμου που εξαιρεί στελέχη των Διαχειριστών Ηλεκτρικής Ενέργειας από τη διαδικασία του αυτοφώρου. Η διάταξη αυτή εν τέλει ψηφίστηκε χθες (15 Οκτωβρίου) στο Ελληνικό Κοινοβούλιο.
Συγκεκριμένα, σε σχέδιο νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης με τίτλο «Κώδικας Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών και άλλες διατάξεις» εισήχθη το άρθρο 208 με τίτλο «Παρέκκλιση από την αυτόφωρη διαδικασία επί εγκλημάτων εμπρησμού – Προσθήκη παρ. 5 στο άρθρο 92Α του ν. 4662/2020», το οποίο αφορά στους αρμόδιους υπαλλήλους των Διαχειριστών Ηλεκτρικής Ενέργειας.
Η διάταξη δεν τέθηκε ποτέ σε δημόσια διαβούλευση, καθώς εισήχθη μεταγενέστερα σε άσχετης θεματολογίας νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Αυτό δημιουργεί εύλογα ερωτήματα τόσο για την ποιότητα της νομοθέτησης, όσο και για το κατά πόσο επιχειρήθηκε να αποφευχθεί η ουσιαστική δημόσια συζήτηση για ένα τόσο κρίσιμο θέμα. Μια διάταξη που νομιμοποιεί τις καθυστερήσεις στη διερεύνηση υποθέσεων δασικών πυρκαγιών και ευνοεί την προνομιακή μεταχείριση
 Πέραν αυτών όμως, η ψηφισθείσα πλέον διάταξη δημιουργεί και πολιτικό ζήτημα προνομιακής μεταχείρισης. Γιατί να εξαιρεθεί μια συγκεκριμένη επαγγελματική ή επιχειρηματική δραστηριότητα από μια ποινική διαδικασία που εξακολουθεί να ισχύει για όλους τους υπόλοιπους πολίτες; Τίθεται ευθέως θέμα ίσης μεταχείρισης ενώπιον του νόμου και δημιουργείται προβληματικό προηγούμενο για μελλοντικές εξαιρέσεις.
Η αιτιολογική έκθεση που συνόδευε τη διάταξη υποστηρίζει ότι η εξαίρεση από τη διαδικασία του αυτοφώρου θα διευκολύνει την “αποτελεσματική διερεύνηση” των περιπτώσεων εμπρησμού και ότι “η διακρίβωση τυχόν ποινικής ευθύνης των αρμόδιων υπαλλήλων των Διαχειριστών Ηλεκτρικής Ενέργειας απαιτεί συχνά περαιτέρω ανακριτικές πράξεις, οι οποίες είναι δυσχερώς πραγματοποιήσιμες εντός του στενού χρονικού πλαισίου του αυτοφώρου”. Στην πραγματικότητα όμως, το αυτόφωρο δεν εμποδίζει το ανακριτικό έργο, ούτε τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων.
Το στενό χρονικό πλαίσιο που επιβάλλει το αυτόφωρο σημαίνει επιτάχυνση των δικονομικών διαδικασιών, όχι παράλειψη κρίσιμων σταδίων της έρευνας. Το αυτόφωρο συνοδεύεται από συγκεκριμένες δικονομικές εγγυήσεις που διασφαλίζουν την πληρότητα  της ποινικής διαδικασίας. Περαιτέρω, η άμεση κινητοποίηση των αρχών συμβάλλει στη διασφάλιση καθοριστικών αποδεικτικών μέσων, τα οποία, ειδικά για το αδίκημα του εμπρησμού, μπορεί να χαθούν αν παρέλθει κρίσιμος χρόνος.
Eάν πράγματι υπήρχε ανάγκη μεταβολής του σχετικού πλαισίου, η συζήτηση θα έπρεπε να αφορά τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, και όχι να εισάγεται έμμεσα μέσω νομοθεσίας της Πολιτικής Προστασίας. Η εξαίρεση από το αυτόφωρο μεταφέρει τις υποθέσεις στην τακτική ποινική διαδικασία που προβλέπεται στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Στην πράξη αυτό σημαίνει σημαντικές καθυστερήσεις, περιορισμό του δημόσιου ενδιαφέροντος και μειωμένη κοινωνική πίεση για την ταχεία διερεύνηση σοβαρών περιστατικών δασικών πυρκαγιών που συνδέονται με το δίκτυο ηλεκτρισμού. Η εμπειρία από μεγάλες υποθέσεις πυρκαγιών δείχνει ότι η τακτική διαδικασία μπορεί να διαρκέσει χρόνια, με τον κίνδυνο της παραγραφής να γίνεται πλέον ένα πολύ πιθανό σενάριο. Η απομάκρυνση του αυτοφώρου ενισχύει την πιθανότητα οι υποθέσεις να αποσυνδεθούν από τη δημόσια λογοδοσία που ακολουθεί άμεσα ένα καταστροφικό συμβάν.
Οι πυρκαγιές που ξεκινούν από το δίκτυο ηλεκτροδότησης είναι συνήθως καταστροφικές και συχνά ευθύνονται για το μεγαλύτερο ποσοστό καμένων εκτάσεων στη χώρα μας την εκάστοτε αντιπυρική περίοδο.
Ενώ, λοιπόν, η πολιτεία θα έπρεπε να αναγνωρίσει δημόσια το πρόβλημα και να επεξεργαστεί ένα συγκεκριμένο στρατηγικό πλάνο μείωσης των περιστατικών έναρξης των πυρκαγιών και της καταστροφικότητας τους, επιλέγει την οδό της ασυλίας, επιτρέποντας στους διαχειριστές ηλεκτρικής ενέργειας να μην αναλάβουν το κόστος και την ευθύνη που τους αναλογεί για ένα πρόβλημα με το οποίο ερχόμαστε αντιμέτωποι κάθε καλοκαίρι.