Αισθητά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο διαμορφώθηκαν τον Ιανουάριο οι λιανικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για τα ελληνικά νοικοκυριά, σύμφωνα με τη μηνιαία έκθεση του Household Energy Price Index (HEPI), που παρακολουθεί τις τιμές ρεύματος και φυσικού αερίου σε 33 ευρωπαϊκές χώρες.
Ειδικότερα, η μέση τελική τιμή ρεύματος για ένα τυπικό νοικοκυριό στην Αθήνα διαμορφώθηκε στα 23,83 λεπτά ανά κιλοβατώρα, όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ-27 ανήλθε στα 25,83 λεπτά/kWh, ενώ ο μέσος όρος στο σύνολο των χωρών που εξετάζει ο δείκτης HEPI έφθασε τα 24,76 λεπτά/kWh. Η ελληνική πρωτεύουσα τοποθετείται έτσι καθαρά κάτω τόσο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο όσο και από τον συνολικό μέσο όρο των αγορών που καλύπτει η έρευνα, επιβεβαιώνοντας τη συγκριτικά καλύτερη εικόνα της λιανικής αγοράς ηλεκτρισμού στην Ελλάδα.
Η απόκλιση αυτή αποκτά μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι, σύμφωνα με την ίδια έκθεση, οι διαφορές τιμών μεταξύ των ευρωπαϊκών πρωτευουσών παραμένουν έντονες, με τις ακριβότερες αγορές –όπως η Βέρνη και το Βερολίνο– να εμφανίζουν τιμές υπερδιπλάσιες σε σχέση με τις φθηνότερες πρωτεύουσες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Σε αυτό το περιβάλλον έντονων ανισορροπιών, η Αθήνα συγκαταλέγεται στις πόλεις με τιμές χαμηλότερες του μέσου ευρωπαϊκού όρου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα συμπεράσματα της έκθεσης σχετικά με τη σύγκριση σταθερών και κυμαινόμενων τιμολογίων. Όπως επισημαίνει ο HEPI, τον Ιανουάριο του 2026 παρατηρείται μια σαφής αντιστροφή της τάσης που κυριάρχησε τα προηγούμενα χρόνια της ενεργειακής κρίσης: σε αρκετές ώριμες αγορές, τα σταθερά τιμολόγια επανεμφανίζονται φθηνότερα από τα κυμαινόμενα.
Στο πλαίσιο αυτό, η Αθήνα περιλαμβάνεται στην περιορισμένη ομάδα πρωτευουσώνμαζί με το Άμστερνταμ, το Βερολίνο, το Ελσίνκι, το Λονδίνο, τη Στοκχόλμη και τη Βιέννη– όπου τα σταθερά συμβόλαια ρεύματος είναι, κατά μέσο όρο, οικονομικότερα από τα κυμαινόμενα. Σύμφωνα με την ανάλυση του δείκτη, σε επίπεδο χωρών της ζώνης EUR-15, τα σταθερά τιμολόγια διαμορφώθηκαν τον Ιανουάριο κατά περίπου 1 λεπτό/kWh χαμηλότερα σε σχέση με τα κυμαινόμενα, εξέλιξη που αποδίδεται στη σταθεροποίηση των χονδρεμπορικών αγορών και στην αυξημένη διαθεσιμότητα προσφορών σταθερής τιμής από τους προμηθευτές.
Η εικόνα αυτή ενισχύει την εκτίμηση ότι η ελληνική λιανική αγορά ηλεκτρισμού έχει εισέλθει σε φάση σχετικής εξομάλυνσης, με τις τιμές να παραμένουν ανταγωνιστικές σε ευρωπαϊκό επίπεδο και με μεγαλύτερη γκάμα επιλογών για τους καταναλωτές μεταξύ σταθερών και κυμαινόμενων τιμολογίων. Όπως σημειώνει η έκθεση του HEPI, η εξέλιξη των τιμών τους επόμενους μήνες θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη συμπεριφορά των χονδρεμπορικών αγορών, τις καιρικές συνθήκες και τις εθνικές παρεμβάσεις σε φόρους και ρυθμιζόμενες χρεώσεις, παράγοντες που συνεχίζουν να διαμορφώνουν το τελικό κόστος για τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά.
Οι μεγαλύτερες αυξήσεις και μειώσεις τιμών στην Ευρώπη
Η έκθεση του HEPI καταγράφει σημαντικές αποκλίσεις και σε μηνιαία βάση, με αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες να εμφανίζουν έντονες αυξήσεις ή μειώσεις στις λιανικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας τον Ιανουάριο. Τις μεγαλύτερες αυξήσεις κατέγραψε η Βαρσοβία, όπου οι τιμές ρεύματος αυξήθηκαν κατά 17%, εξέλιξη που συνδέεται με τη λήξη κρατικών μέτρων στήριξης και την άνοδο ρυθμιζόμενων χρεώσεων. Ακολούθησαν η Στοκχόλμη και το Ταλίν με αυξήσεις 9%, καθώς και το Ελσίνκι με 8%, κυρίως λόγω της ανόδου των χονδρεμπορικών τιμών σε συνθήκες ψύχους και χαμηλής παραγωγής από ΑΠΕ. Αυξήσεις της τάξης του 5% σημειώθηκαν επίσης σε πόλεις όπως η Βέρνη, το Βουκουρέστι, η Λιουμπλιάνα, η Ρίγα, το Βίλνιους και το Ζάγκρεμπ.
Στον αντίποδα, τις μεγαλύτερες μειώσεις κατέγραψε η Κοπεγχάγη, όπου οι τιμές ρεύματος υποχώρησαν θεαματικά κατά 30%, μετά από δραστική μείωση των φόρων ηλεκτρικής ενέργειας στο ελάχιστο επίπεδο που επιτρέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία. Σημαντική πτώση, της τάξης του 10%, σημειώθηκε και στο Λουξεμβούργο, ενώ στη Βιέννη οι τιμές μειώθηκαν κατά 6%, κυρίως λόγω συνδυασμού χαμηλότερων ρυθμιζόμενων χρεώσεων και φορολογικών παρεμβάσεων.
Όπως επισημαίνει ο HEPI, οι διακυμάνσεις αυτές αντανακλούν τη διαφορετική ταχύτητα με την οποία οι εθνικές αγορές αποσύρουν μέτρα στήριξης ή προχωρούν σε νέες παρεμβάσεις, αλλά και την αυξημένη ευαισθησία των λιανικών τιμών στις καιρικές συνθήκες και στις εξελίξεις της χονδρεμπορικής αγοράς.

Γράφει ο Χάρης Φλουδόπουλος – Πηγή: capital.gr