Τον κίνδυνο μιας νέας ενεργειακής δοκιμασίας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις ενόψει του χειμώνα επισημαίνει το ΕΒΕΠ, προειδοποιώντας ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας περιορίζουν την κατανάλωση, επιβαρύνουν την παραγωγή και δημιουργούν πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις.
Στην ανάλυσή του με τίτλο: «Ο ακριβός ενεργειακός λογαριασμός και οι ενισχύσεις του 2026», το Επιμελητήριο αποτιμά τις επιπτώσεις των ανατιμήσεων στα καύσιμα, στο φυσικό αέριο και στην ηλεκτρική ενέργεια, συγκρίνοντας το κόστος του 2026 με εκείνο του προηγούμενου έτους.
Συνολικά, το ΕΒΕΠ υπολογίζει το πρόσθετο κόστος από τις αυξήσεις σε καύσιμα κίνησης, πετρέλαιο θέρμανσης, ηλεκτρική ενέργεια και φυσικό αέριο σε 5,6 δισ. ευρώ. Όπως διευκρινίζει, το ποσό αυτό προκύπτει από το άθροισμα επιμέρους εκτιμήσεων και δεν αποτελεί καθαρό πρόσθετο κόστος, καθώς μέρος της επιβάρυνσης του φυσικού αερίου ενσωματώνεται ήδη στο κόστος ηλεκτροπαραγωγής.
Η ανακοίνωση του ΕΒΕΠ:
«Το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς, ενόψει του χειμώνα, εκφράζει έντονη ανησυχία για μια νέα ενεργειακή δοκιμασία, η οποία απειλεί να απορροφήσει σημαντικό μέρος της αύξησης των εισοδημάτων, να περιορίσει την κατανάλωση και να επιβαρύνει το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων. Η σύγκριση του 2025 με το 2026 αναδεικνύει το πραγματικό εύρος του προβλήματος, αφού δεν αυξάνεται μόνο η τιμή των καυσίμων, αλλά δημιουργείται μια αλυσιδωτή επιβάρυνση στην παραγωγή, στις μεταφορές, στο εμπόριο και στις τιμές των προϊόντων.
Πρώτη μεγάλη επιβάρυνση είναι τα καύσιμα κίνησης. Η βενζίνη και το πετρέλαιο κίνησης επηρεάζουν καθημερινά εκατομμύρια μετακινήσεις, αλλά και ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα. Με ενδεικτική ετήσια κατανάλωση περίπου 3 δισ. λίτρων βενζίνης και 3,5 δισ. λίτρων πετρελαίου κίνησης, κάθε αύξηση της μέσης τιμής αντιστοιχεί σε πρόσθετη ετήσια δαπάνη, εφόσον οι ποσότητες παραμείνουν σταθερές. Η αύξηση της δαπάνης το 2026 κατά 33%, σύμφωνα με υπολογισμούς σημερινών τιμών, συνεπάγεται επιβάρυνση 2 δισ. ευρώ στο diesel και 1,35 δισ. ευρώ στην αμόλυβδη σε ετήσια βάση.
Δεύτερη πηγή ανησυχίας είναι το πετρέλαιο θέρμανσης. Η περίοδος διάθεσης του Οκτωβρίου 2025 ξεκίνησε στην Αττική κοντά στο 1,10 ευρώ το λίτρο και έκλεισε τον Απρίλιο του 2026 στα 1,75 ευρώ, ενώ οι εκτιμήσεις πριν από την έναρξη της φετινής περιόδου έφθαναν ακόμη και στο 1,92 ευρώ. Μετά τις κυβερνητικές παρεμβάσεις, η φετινή αρχική τιμή διάθεσης ξεκινά στα 1,55 ευρώ. Σε εθνικό επίπεδο, με την προσέγγιση της περυσινής ετήσιας κατανάλωσης των 1,05 δισ. λίτρων, η αντίστοιχη συνολική δαπάνη θα είναι 1,63 δισ. ευρώ, ενώ η φετινή πρόσθετη δαπάνη θα ανέλθει σε 390 εκατ. ευρώ.
Τρίτη παράμετρος είναι το φυσικό αέριο. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΕΣΦΑ, η εγχώρια κατανάλωση ανήλθε, το 2025, σε 70,16 TWh, έναντι 66,20 TWh το 2024. Για το 2026, εάν χρησιμοποιήσουμε ως βάση εργασίας ετήσια κατανάλωση 68 TWh, κάθε αύξηση της τιμής προμήθειας κατά 10 ευρώ/MWh συνεπάγεται πρόσθετο κόστος από 680 εκατ. ευρώ έως 1,3 δισ. ευρώ. Επομένως, ένα δυσμενές σενάριο αύξησης 25% μεταφράζεται σε ετήσια δαπάνη από 2,8 δις ευρώ σε περίπου 3,5 δις ευρώ, δηλαδή 700 εκατ. ευρώ πρόσθετης ετήσιας αξίας φυσικού αερίου. Η επιβάρυνση αφορά την αξία της ενέργειας και όχι το σύνολο των τελικών λογαριασμών.
Τέταρτη και ιδιαίτερα κρίσιμη παράμετρος είναι η ηλεκτρική ενέργεια το κόστος της οποίας έχει αυξηθεί 15%. Η ετήσια ζήτηση στην Ελλάδα διαμορφώθηκε το 2025 περίπου στις 54 TWh. Με αυτό το επίπεδο κατανάλωσης, κάθε αύξηση κατά 10 ευρώ/MWh στην τιμή ηλεκτρικής ενέργειας αντιστοιχεί αριθμητικά σε 540 εκατ. ευρώ ετήσιας επιβάρυνσης. Εάν η αύξηση φθάσει τα 20 ευρώ/MWh, η διαφορά θα φτάσει το 1,08 δισ. ευρώ. Πρόκειται για ενδεικτική αποτίμηση της μεταβολής τιμής επί της συνολικής κατανάλωσης, καθώς οι πραγματικοί λογαριασμοί επηρεάζονται από τα συμβόλαια, τα τιμολόγια, τις ρυθμιζόμενες χρεώσεις και τα μέτρα στήριξης.
Η ουσιαστική πρόκληση είναι η σωστή αποτίμηση του συνολικού πρόσθετου κόστους που, εάν αθροιζόταν, θα έφτανε τα 5,6 δισ. ευρώ. Αναλυτικά, με τις τρέχουσες τιμές στα υγρά καύσιμα, ανέρχεται στα 3,9 δισ. ευρώ και σύμφωνα με τις μεσοσταθμικές τιμές, εκτιμάται σε σχεδόν 1 δισ. ευρώ για το ρεύμα και άνω των 700 εκατ. ευρώ για το φυσικό αέριο. Δεν μπορούμε, βεβαίως, να προσθέτουμε εξ´ολοκλήρου την επιβάρυνση του φυσικού αερίου με εκείνη του ηλεκτρικού ρεύματος, επειδή σημαντικό μέρος του αερίου χρησιμοποιείται στην ηλεκτροπαραγωγή. Διαφορετικά, θα υπολογίζαμε δύο φορές μέρος του ίδιου ενεργειακού κόστους. Επίσης, οι υπολογισμοί του Ε.Β.Ε.Π. στον συνημμένο πίνακα*, σε ετήσια βάση, αποτελούν πρόβλεψη ότι οι σημερινές υψηλές τιμές θα διατηρηθούν μεσοσταθμικά μέχρι τέλος του έτους».