Το 2025 οι εκπομπές από τις πλέον ρυπογόνες λιγνιτικές μονάδες έπεσαν σε ιστορικό χαμηλό (3.68 εκατ. τόνοι), ενώ αντίθετα αυτές από μονάδες αερίου σημείωσαν ιστορικό υψηλό με 8.8 εκατ. τόνους, αναφέρει το GreenTank στο νέο του μηνιαίο δελτίο.
Ως αποτέλεσμα, οι συνολικές εκπομπές του τομέα της ηλεκτροπαραγωγής παρέμειναν στα ίδια επίπεδα με αυτές του 2024, φτάνοντας τους 15.75 εκατ. τόνους, ποσότητα που υπερβαίνει κατά 5.55 εκατ. τόνους τον στόχο που τέθηκε στο ΕΣΕΚ για το ίδιο έτος (10.2 εκατ. τόνοι). Παρά τη στασιμότητα των συνολικών εκπομπών, η ένταση άνθρακα του τομέα έπεσε σε νέο ναδίρ (264.7 γρ. CO₂ / kWh), γεγονός που οφείλεται στην αύξηση της συνολικής ηλεκτροπαραγωγής της χώρας, τμήμα της οποίας διοχετεύτηκε σε εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας σε γειτονικές χώρες. Για μια ακόμη χρονιά ο λιγνιτικός σταθμός του Αγ. Δημητρίου ήταν ο κορυφαίος ρυπαντής και υπεύθυνος για το 17.6% των συνολικών εκπομπών.
Για το 2025, η ένταση άνθρακα ηλεκτροπαραγωγής διαμορφώθηκε στα 264.7 γρ. CO₂/kWh και τη χαμηλότερη ιστορικά. Ωστόσο, η μείωση σε σχέση με το 2024 ήταν μόλις 2.2%, μια αισθητά μικρότερη βελτίωση σε σχέση με τα προηγούμενα δύο χρόνια, όπου η ένταση άνθρακα είχε κατά μέσο όρο ετήσια μείωση 14.5%.
Το ανθρακικό αποτύπωμα της ηλεκτροπαραγωγής και η ένταση άνθρακα θα μπορούσαν να μειωθούν ακόμα περισσότερο το 2025 εάν είχαν αποφευχθεί οι περικοπές ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ, και η αντίστοιχη ποσότητα ενέργειας είχε διοχετευθεί για να περιοριστεί η παραγωγή από μονάδες λιγνίτη και αερίου. Με βάση τις προβλέψεις ISP2 και ΙSP3 του ΑΔΜΗΕ, το 2025 οι περικοπές ΑΠΕ εκτιμώνται στις 1,867 GWh ή 6.6% της συνολικής παραγωγής από ΑΠΕ. Λαμβάνοντας υπόψη τη μέση ένταση άνθρακα του 2025, θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί εκπομπές 0.92 εκατ. τόνων, ενώ η ένταση άνθρακα θα μπορούσε να πέσει στα 249.2 γρ. CO₂/kWh, -5.9% σε σχέση με την πραγματική του 2025 ή -7.9% σε σχέση με την ένταση του 2024.
Τον Δεκέμβριο 2025, η ένταση άνθρακα ηλεκτροπαραγωγής αυξήθηκε κατά 28.4% σε σχέση με τον Νοέμβριο φτάνοντας στα 324 γρ. CO₂/kWh και κοντά τα επίπεδα του Δεκεμβρίου 2024, γεγονός που οφείλεται στην αύξηση ηλεκτροπαραγωγής από λιγνίτη και ορυκτό αέριο. Επίσης, ο Δεκέμβριος είχε την τρίτη υψηλότερη ένταση άνθρακα του έτους μετά τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο. Ο μήνας του έτους με τη χαμηλότερη ένταση άνθρακα ήταν ο Αύγουστος (212.1 γρ. CO₂/kWh).
Συνολικά το 2025 οι εκπομπές από τις μονάδες αερίου ξεπέρασαν το 50% των συνολικών εκπομπών φτάνοντας τους 8.76 εκατ. τόνους (55.6%) και τις υψηλότερες εκπομπές της τελευταίας δεκαετίας, αυξημένες κατά 7.5% σε σχέση με το 2024.
Οι εκπομπές από τις λιγνιτικές μονάδες το 2025 ήταν λιγότερες από τις μισές των εκπομπών αερίου, φτάνοντας τους 3.68 εκατ. τόνους, μειωμένες κατά 13.8% σε σχέση με το 2024 και έχοντας μερίδιο 23.4% (επί των συνολικών του τομέα).
Τελευταίες οι μονάδες πετρελαίου στα μη διασυνδεδεμένα νησιά με εκπομπές 2.86 εκατ. τόνους για το 2025, μειωμένες κατά 3.6% σε σχέση με το 2024 και μερίδιο 18.1% στο σύνολο.
Αξιοσημείωτη είναι η μεταβολή των εκπομπών ανά καύσιμο αν εξεταστεί σε σχέση με μια δεκαετία πριν, το 2015, έτος κατά το οποίο υπογράφηκε η ιστορική συμφωνία στην 21ηΠαγκόσμια Συνδιάσκεψη για το Κλίμα, στο Παρίσι. Από τη μια μεριά, οι εκπομπές από λιγνιτικές μονάδες έπεσαν κατακόρυφα (-87.3%), ενώ σημαντική ήταν και η μείωση των εκπομπών από πετρελαϊκές μονάδες στα νησιά (-17.3%). Ωστόσο, η πρόοδος θα ήταν πολύ μεγαλύτερη αν δεν εκτοξεύονταν οι εκπομπές από μονάδες αερίου στο +152%.
Ειδικά για τον μήνα Δεκέμβριο 2025, οι συνολικές εκπομπές CO₂ εκτιμώνται στους 1.7 εκατ. τόνους, αυξημένες κατά 5.4% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα λόγω αύξησης των εκπομπών και από τα τρία ορυκτά καύσιμα.
Πιο συγκεκριμένα, οι εκπομπές CO₂ από τις μονάδες αερίου έφτασαν τους 0.93 εκατ. τόνους και τις υψηλότερες του έτους, ενώ αυξήθηκαν κατά 39.2% σε σχέση με τον Νοέμβριο. Οι εκπομπές από τις μονάδες λιγνίτη παρουσίασαν αύξηση 90.2% τον Δεκέμβριο φτάνοντας τους 0.54 εκατ. τόνους και τις τρίτες υψηλότερες εκπομπές του έτους μετά τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο. Τελευταίο στην κατάταξη ήταν το πετρέλαιο, με εκπομπές 0.18 εκατ. τόνους για τον Δεκέμβριο και αύξηση 22.6% σε σχέση με τον Νοέμβριο.
Στο τελικό αναθεωρημένο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ)που κατατέθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Δεκέμβριο του 2024, η εκτίμηση για τις εκπομπές του τομέα ηλεκτροπαραγωγής το 2025 είναι 10.2 εκατ. τόνοι. Ωστόσο, οι πραγματικές για το έτος εκτιμώνται στους 15.75 εκατ. τόνους. Συνεπώς, εκτιμάται ότι ο τομέας έχει υπερβεί κατά 5.55 εκατ. τόνους τον διαθέσιμο προϋπολογισμό άνθρακα για το 2025, μια υπέρβαση που ξεκίνησε μάλιστα από τον Αύγουστο.
Η εξέλιξη αυτή είναι ιδιαίτερα ανησυχητική αν αναλογιστεί κανείς ότι σύμφωνα με το ΕΣΕΚ οι εκπομπές του τομέα το 2030 δεν θα πρέπει να ξεπερνούν τους 4 εκατ. τόνους CO₂. Σε περίπτωση που χαθεί ο επιμέρους κλιματικός στόχος του τομέα της ηλεκτροπαραγωγής -ο οποίος είναι θεωρητικά ο πιο εύκολος συγκριτικά με άλλους τομείς την οικονομίας- τίθεται εν αμφιβόλω και ο συνολικός, νομικά δεσμευτικός εθνικός κλιματικός στόχος του 2030 για μείωση των καθαρών εκπομπών της χώρας κατά τουλάχιστον 55% σε σχέση με τα επίπεδα του 1990.