Με αφορμή τις εργασίες αποκατάστασης εδαφών και την απόσυρση παροπλισμένων εκσκαφέων στο ορυχείο της Μαυροπηγής και τις αντιδράσεις που προκάλεσαν, η ΔΕΗ παρουσιάζει τα δεδομένα, αναλύοντας παράλληλα την επόμενη ημέρα της περιοχής της Δυτικής Μακεδονίας.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση της εταιρείας, η απολιγνιτοποίηση «δεν αποτελεί μια βίαιη αποχώρηση της ΔΕΗ από τη Δυτική Μακεδονία, αλλά μια βαθιά, δομική και υψηλής προστιθέμενης αξίας δέσμευση για την περιβαλλοντική και οικονομική αναγέννηση της περιοχής». Η ΔΕΗ περιγράφει ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, με έμφαση στην καθαρή ενέργεια, τις ψηφιακές υποδομές και τις νέες επενδύσεις.
Παράλληλα, η εταιρεία σημειώνει ότι αν και ο λιγνίτης αποτέλεσε τη ραχοκοκαλιά του ελληνικού συστήματος ηλεκτροπαραγωγής για δεκαετίες, σήμερα το συνολικό κόστος παραγωγής ενέργειας από λιγνίτη αυξάνεται σε τέτοιο επίπεδο που καθίσταται μη ανταγωνιστικό- κυρίως λόγω του κόστους των δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, το οποίο προκύπτει από την τιμή των δικαιωμάτων ρύπων στην Ευρώπη με τον συντελεστή εκπομπών του ελληνικού λιγνίτη.
«Αυτή η μεγάλη οικονομική επιβάρυνση θα μεταφερόταν αναπόφευκτα στους καταναλωτές, καθιστώντας τη διατήρηση των λιγνιτικών μονάδων μια οικονομικά επιζήμια επιλογή για την εθνική οικονομία. Ακόμα και η υπερσύγχρονη μονάδα ”Πτολεμαΐδα V”, η οποία σχεδιάστηκε με τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνολογίες, συμμετέχει ελάχιστα στην παραγωγή ενέργειας ακριβώς επειδή το κόστος λειτουργίας της την καθιστά μη ανταγωνιστική έναντι άλλων μέσων παραγωγής», τονίζει.
Όσον αφορά την απόσυρση των παλιών εκσκαφέων, η εταιρεία αναφέρει ότι είναιυποχρεωμένη να προχωρήσει σε αποξήλωση και απομάκρυνση του οριστικά αποσυρόμενου και παλαιωμένου εξοπλισμού με σκοπό την απόδοση των εδαφών στη ΜΕΤΑΒΑΣΗ Α.Ε.
Όπως αναφέρει πρόκειταιγια εξοπλισμό παλαιότερο των 50 ετών, με σοβαρή φθορά και χωρίς πρακτική δυνατότητα αξιοποίησης. «Οι συγκεκριμένοι εκσκαφείς, μετά από δεκαετίες λειτουργίας σε αντίξοες συνθήκες εξόρυξης, είχαν ολοκληρώσει τον κύκλο ζωής τους και παρουσίαζαν εκτεταμένη δομική κόπωση και διάβρωση των μεταλλικών τους στοιχείων, καθιστώντας τους στατικά ασταθείς», όπως σημειώνει η ΔΕΗ προσθέτοντας ότι η απόσυρσή τους δεν επηρεάζει με κανένα τρόπο την τρέχουσα επιχειρησιακή και λειτουργική ικανότητα της ΔΕΗ αναφορικά με την εξόρυξη λιγνίτη.
Η ελεγχόμενη κατεδάφιση, σύμφωνα με την εταιρεία, επιλέχθηκε για λόγους ασφάλειας, καθώς η αποσυναρμολόγηση σε μεγάλο ύψος θα έθετε σε κίνδυνο τους εργαζομένους. Τα μέταλλα, όπως αναφέρεται, δεν καταστρέφονται, αλλά οδηγούνται σε ανακύκλωση.
Παράλληλα, η ΔΕΗ αναφέρεται στο Πρόγραμμα Αποκαταστάσεων και Πράσινων Επενδύσεων. Μέχρι σήμερα, όπως επισημαίνει, έχουν αποκατασταθεί πλήρως πάνω από 80.000 στρέμματα πρώην λιγνιτωρυχείων. Από αυτά, περίπου 55.000 στρέμματα παραχωρούνται σταδιακά στο Ελληνικό Δημόσιο μέσω της εταιρείας ΜΕΤΑΒΑΣΗ Α.Ε., προκειμένου να αποδοθούν για άλλες χρήσεις προς όφελος της τοπικής κοινωνίας.
Στην ανακοίνωση δίνεται επίσης έμφαση στο επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 5,75 δισ. ευρώ για τον μετασχηματισμό της Δυτικής Μακεδονίας σε πράσινο ενεργειακό και τεχνολογικό κόμβο. Μέσω του στρατηγικού επενδυτικού πλάνου, οι πρώην λιγνιτικές εκτάσεις στη Δυτική Μακεδονία θα μεταμορφωθούν σε έναν τεχνολογικό και πράσινο ενεργειακό κόμβο για τη χώρα και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Τέλος, ως την πιο σημαντική εξέλιξη για την επόμενη μέρα της Δυτικής Μακεδονίας χαρακτηρίζει η ΔΕΗ την απόφασή της να ξεκινήσει εντός του έτους την κατασκευή ενός MegaDataCenter στην περιοχή.
«Τα οφέλη από τη λειτουργία μιας τέτοιας υποδομής για την τοπική κοινωνία και την οικονομία της Δυτικής Μακεδονίας είναι πολυεπίπεδα. Κατά τη φάση της κατασκευής και της πλήρους λειτουργίας του έργου, αναμένεται να δημιουργηθούν χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας. Το σημαντικότερο είναι ότι αυτές οι θέσεις εργασίας αφορούν εξειδικευμένο επιστημονικό και τεχνικό προσωπικό στον τομέα των κατασκευών, της πληροφορικής, των τηλεπικοινωνιών και της ενέργειας», υποστηρίζει.