Η φετινή Πρωτομαγιά για τη ΔΕΗ θα είναι διαφορετική. Η εταιρεία καλείται να αποπληρώσει (και φυσικά θα το πραγματοποιήσει) το πρώτο από τα δύο ομόλογα που εκδόθηκαν την άνοιξη του 2014 όταν οι προοπτικές της ήταν τόσο θετικές, ώστε διεθνείς και εγχώριοι επενδυτές να της εμπιστεύονται με ευνοϊκότατα επιτόκια περί τα 700 εκατ. ευρώ (η προσφορά είχε τότε ξεπεράσει το 1 δισ.).

Οι εποχές πλέον έχουν αλλάξει και η ΔΕΗ δυσκολεύεται να αντλήσει 200 εκατομμύρια όχι από τη διεθνή αγορά αλλά από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα που θέτει σχεδόν … αποικιακούς όρους προκειμένου να δώσει την πολύτιμη ρευστότητα που χρειάζεται αυτή τη στιγμή η εταιρεία.
Σύμφωνα ωστόσο με τις επίσημες ανακοινώσεις που έγιναν παράλληλα με τα αποτελέσματα της χρήσης του 2016, η συμφωνία με τις τράπεζες έκλεισε και την Πρωτομαγιά η εταιρεία θα κλείσει τη μία από τις βασικότερες πηγές απειλής για τη βιωσιμότητά της, όπως άλλωστε είχε επισημάνει και στην έκθεση υποβάθμισής της η Standard and Poors.
Εδώ θα πρέπει να τονιστεί ότι σύμφωνα με κάποιες πηγές της αγοράς, αυτή ακριβώς η υποβάθμιση είναι που “δυσκόλεψε” τις ελληνικές τράπεζες στην έγκριση του νέου ομολογιακού, με αποτέλεσμα να ζητούνται επιπλέον διασφαλίσεις.
Πλέον αναμένεται με ενδιαφέρον η νέα έκθεση του οίκου, ο οποίος πάντως έχει σημειώσει ότι θα παρακολουθεί στενά τις προοπτικές και τις δυνατότητες της εταιρείας και δύσκολα θα την αποσυνδέσει με τις συνολικές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Τα 200 εκατ. του ομολόγου πάντως είναι ένα μικρό μέρος από τα 850 εκατ. ευρώ που πρέπει να καταβάλει η εταιρεία για εξυπηρέτηση του δανεισμού της αλλά και των 650 εκατ. που πρέπει να δώσει για τις συμβολαιοποιημένες επενδύσεις της. Για να μην αναφερθούμε στις ληξιπρόθεσμες οφειλές των 759 εκατ. ευρώ που αυξήθηκαν από τα 575 εκατ. ευρώ που ήταν το 2015.
Σε κάθε περίπτωση μια από τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την ανάκαμψη της ΔΕΗ είναι η πρόσβαση σε χρηματοδοτικά κεφάλαια με όρους κανονικότητας, κάτι που δε διαφαίνεται στο άμεσο μέλλον, εάν δεν αλλάξει η πιστοληπτική αξιολόγηση της εταιρείας.
Από εκεί και πέρα είναι σαφές ότι η ΔΕΗ για να μπορεί να κοιτάξει το μέλλον με περισσότερη αισιοδοξία θα χρειαστεί να αντιμετωπίσει με περισσότερη αποφασιστικότητα την άλυτη εξίσωση των ανεξόφλητων οφειλών. Η αρχή που έγινε πέρυσι με τις προβλέψεις των 800 εκατ. ευρώ και η αισιόδοξη συνέχεια που δόθηκε φέτος με ακόμη 400 εκατ. προβλέψεις, είναι αναγκαίο να συνοδευτούν με σοβαρές κινήσεις για τον περιορισμό της διαρροής εσόδων και ρευστότητας. Τα προηγούμενα χρόνια έγιναν σοβαρά λάθη και είναι σαφές ότι χρειάζεται ένα σωστό μείγμα μεταξύ της αναγκαίας κοινωνικής ευαισθησίας για τους ευάλωτους συμπολίτες αλλά και αποφασιστικότητας για όσους εκμεταλλεύονται καταστάσεις. Η ακτινογραφία των ληξιπρόθεσμων οφειλών που δόθηκε επίσης μαζί με τα αποτελέσματα δείχνει ότι υπάρχει ένα μεγάλο ποσό οφειλής προς τη ΔΕΗ που προέρχεται από στρατηγικούς κακοπληρωτές. Η ΔΕΗ θα αναζητήσει τη βοήθεια εξειδικευμένων συμβούλων ώστε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα και να ενισχύσει τη ρευστότητά της. Ίσως να προλαβαίνει…
Η τρίτη μεγάλη πρόκληση αφορά στις διαπραγματεύσεις για τις πωλήσεις μονάδων που θα ενταθούν το επόμενο διάστημα. Η ΔΕΗ θα πρέπει να κοιτάξει λίγο το τι συνέβη στο παρελθόν και τι της κόστισαν οι μαξιμαλιστικές προσεγγίσεις. Εάν υπάρξει μια ρεαλιστική προσέγγιση, τότε μπορεί να χαραχτεί μια μακροπρόθεσμη στρατηγική για μια ισχυρή ΔΕΗ, που ναι μεν θα είναι μικρότερη, θα μπορεί ωστόσο ακόμη να διαδραματίζει στρατηγικό ρόλο στην εγχώρια αγορά.
Και τέλος η τέταρτη μεγάλη πρόκληση σχετίζεται με το νέο περιβάλλον που θα δημιουργηθεί μετά τις πωλήσεις μονάδων. Αφορά στην προσαρμογή της εταιρείας σε ένα νέο ανταγωνιστικό περιβάλλον, στην αλλαγή της νοοτροπίας του μονοπωλίου αλλά και την μετατροπή της σε μια νέα σύγχρονη και πρωτοπόρο εταιρεία. Ναι η ΔΕΗ είναι η εταιρεία που συνετέλεσε καθοριστικά στον εξηλεκτρισμό της χώρας αλλά αυτό συνέβη πριν από 60 χρόνια. Ίσως το παράδειγμα των τηλεπικοινωνιών να ταιριάζει όχι μόνο ως προς τα οφέλη που προσέφερε για τον καταναλωτή (τιμές, υπηρεσίες, προϊόντα) αλλά και για το πως ο ΟΤΕ κατάφερε να εξελιχθεί από ένα προστατευμένο μονοπώλιο, σε ένα σύγχρονο leader μιας ανταγωνιστικής αγοράς.

Γράφει ο Χάρης Φλουδόπουλος – Πηγή: www.capital.gr