Στα γραφεία των ιδιωτικών εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας βρίσκονται από χθες τα ερωτηματολόγια της DG COMP για το σχεδιασμό του μηχανισμού διάθεσης προϊόντων ηλεκτρισμού που παράγονται από τον λιγνίτη της ΔΕΗ.
Το market test, σύμφωνα με πληροφορίες, ξεκίνησε. Οι ιδιώτες πάροχοι θα πρέπει να απαντήσουν μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου στις ερωτήσεις της γενικής διεύθυνσης Ανταγωνισμού της Ευρ. Επιτροπής προκειμένου γύρω στο καλοκαίρι να τεθεί σε εφαρμογή το «επανορθωτικό μέτρο» για τη στρέβλωση του ανταγωνισμού που προκάλεσε η μονοπωλιακή θέση της ΔΕH στη λιγνιτική παραγωγή.
Υπενθυμίζεται ότι ο ρυθμιστικά καθοριζόμενος μηχανισμός διάθεσης προϊόντων συμφωνήθηκε ανάμεσα στην ηγεσία του υπουργείου ΠΕΝ και την Κομισιόν προκειμένου να κλείσει η καταδίκη της Ελλάδας για το μονοπώλιο της δημόσιας εταιρίας στον πάλαι ποτέ φθηνό λιγνίτη…
Ανάμεσα στις ερωτήσεις που καλούνται να απαντήσουν οι προμηθευτές, οι οποίοι και εφόσον το επιθυμούν θα αγοράζουν με διμερή συμβόλαια τα προϊόντα λιγνιτικής ενέργειας είναι για το αν τα πακέτα αυτά θα πρέπει να είναι τριμηνιαία ή ετήσια, αν κρίνουν αποτελεσματικό το μέτρο για το άνοιγμα του ανταγωνισμού κ.λπ.
Οι ποσότητες ενέργειας, οι οποίες θα διατίθενται σε τριμηνιαία ή ετήσια πακέτα, θα ανέλθουν το 2021 στο 50% της λιγνιτικής παραγωγής του προηγούμενου έτους. Αντίστοιχα, το 2022 και το 2023 θα διαμορφωθούν σε ποσοστό 40% με βάση το προηγούμενο έτος.
Δικαίωμα αγοράς των προϊόντων αυτών θα έχουν όλοι οι κάτοχοι άδειας προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας. Η διάθεση θα γίνεται μέσω πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος από τη ΡΑΕ σε προκαθορισμένη τιμή και όχι μέσα από διαδικασίες δημοπράτησης.
Επιπλέον, σύμφωνα με πηγές του ΥΠΕΝ, η εφαρμογή του μηχανισμού επανόρθωσης θα συμβάλλει στη βελτίωση του ανταγωνισμού στη λιανική αγορά ενέργειας προς όφελος των καταναλωτών. Και αυτό διότι, όπως εξηγούν οι ίδιοι κύκλοι, η δυνατότητα των προμηθευτών να αποκτήσουν σταθερές ποσότητες σε σταθερές τιμές σε βάθος ετών θα τους επιτρέψει να μειώσουν την έκθεσή τους στις διακυμάνσεις της νέας αγοράς, να διαχειριστούν καλύτερα τον κίνδυνο και να χαράξουν με μεγαλύτερη ασφάλεια τις εμπορικές πολιτικές τους.

Γράφει ο Χρήστος Κολώνας – Πηγή: euro2day.gr