Οι ενεργειακές επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις που προβλέπονται στο πλαίσιο του ελληνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας «Ελλάδα 2.0» βρίσκονται στο επίκεντρο της μελέτης με τίτλο «Ο Κομβικός Ρόλος της Ενέργειας στο Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και η Ανάγκη για Επενδύσεις στην Παραγωγή» που δημοσίευσε το ΙΕΝΕ τον Ιούλιο του 2021. Η μελέτη, η οποία εκπονήθηκε από το τμήμα μελετών του Ινστιτούτου παρουσιάζει διεξοδικά τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (Recovery and Resilience Fund), ενώ επισημαίνει και τις αδυναμίες και τις ελλείψεις που εντοπίζονται στην επενδυτική στρατηγική του ενεργειακού σκέλους του ελληνικού Σχεδίου.
Όπως σημειώνει η μελέτη, το ελληνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΕΣΑΑ) «Ελλάδα 2.0», το οποίο καταρτίστηκε προκειμένου η Ελλάδα να λάβει στήριξη από τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, αποβλέπει στο να συμβάλει στην αλλαγή παραδείγματος στην ελληνική οικονομία και στους θεσμούς μέσω φιλόδοξων μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων, προς ένα εξωστρεφές, ανταγωνιστικό και πράσινο οικονομικό μοντέλο. Εκτιμάται ότι η χρηματοδότηση αυτή θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο ώστε να μπορέσει η Ελλάδα να εξέλθει ισχυρότερη από την πανδημία COVID-19.
Ο τομέας της ενέργειας βρίσκεται στο επίκεντρο του «Ελλάδα 2.0», με τις ενεργειακές επενδύσεις να αναμένεται να επισπεύσουν τη γρήγορη έξοδο από την κρίση της πανδημίας και ταυτόχρονα να θέσουν τα θεμέλια για την επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης.
Ανάμεσα στα έργα που θα λάβουν κονδύλια από το ΕΣΑΑ, ξεχωρίζουν αυτά για την ανάπτυξη και εκσυγχρονισμό των δικτύων ηλεκτρισμού (307 εκατ. ευρώ), που σε συνδυασμό με την αποθήκευση ενέργειας (450 εκατ.), θα οδηγήσουν σε ένα ανθεκτικό σύστημα που θα μπορέσει να στηρίξει την ανάπτυξη των ΑΠΕ.
Στον τομέα των Ανανεώσιμων Πηγών, κομβικό σημείο αποτελεί η ένταξη στο ΕΣΑΑ του νέου θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού καθώς και του χωροταξικού των ΑΠΕ, ώστε να αναπτυχθούν νέες τεχνολογίες, όπως τα θαλάσσια αιολικά πάρκα, που θα αξιοποιήσουν το τεράστιο αιολικό δυναμικό της ελληνικής θαλάσσιας επικράτειας. Επίσης, καθοριστική είναι η στήριξη με 202 εκατ. ευρώ της βιωσιμότητας του ειδικού λογαριασμού ΑΠΕ (ΕΛΑΠΕ).
Υψηλής σημασίας είναι και τα κονδύλια 242 εκατ. ευρώ για την αποκατάσταση των παλαιών ορυχείων λιγνίτη στη Δ. Μακεδονία και τη Μεγαλόπολη, ώστε να αξιοποιηθούν οι εκτάσεις με αναπροσαρμογή των χρήσεων γης και τη δημιουργία οργανωμένων υποδοχέων δραστηριοτήτων.
Επίσης, προβλέπονται κονδύλια για τη δέσμευση και αποθήκευση CO₂, καθώς αποτελεί μία υποσχόμενη τεχνολογία κυρίως για τις περιοχές απολιγνιτοποίησης της χώρας. Σημαντικά κονδύλια διατίθενται και για την εξοικονόμηση ενέργειας, αφού προβλέπονται πόροι ύψους 1,731 δισ. ευρώ για προγράμματα ΕΞΟΙΚΟΝΟΜΩ στις κατοικίες, τις επιχειρήσεις και το Δημόσιο.
Αξίζει ακόμη  να αναφερθεί ο τομέας της ηλεκτροκίνησης και η ανάπτυξη του δικτύου φόρτισης, όπου στο ΕΣΑΑ προβλέπονται 220 εκατ. ευρώ για τις συγκοινωνίες (ηλεκτρικά αστικά λεωφορεία, ηλεκτρικά ταξί) και τους φορτιστές, τη στιγμή κατά την οποία το ΥΠΕΝ έχει θέσει στόχο το 2021 να έχουν χωροθετηθεί 10.291 σημεία φόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων σε όλη τη χώρα.
Ωστόσο, βασικό στοιχείο προβληματισμού που αναδεικνύει η έκθεση του ΙΕΝΕ αποτελεί το γεγονός ότι από το «Ελλάδα 2.0» απουσιάζουν επιδοτούμενες επενδύσεις της ελληνικής βιομηχανίας παραγωγής εξαρτημάτων / συστημάτων για έργα ΑΠΕ και έργα υποδομής, οι οποίες θα επέτρεπαν στην εν λόγω βιομηχανία να διαδραματίσει υποστηρικτικό ρόλο στην κατασκευή έργων ΑΠΕ και να δράσει καταλυτικά στη δημιουργία εγχώριας τεχνογνωσίας, απασχόλησης και εγχώρια προστιθέμενης αξίας με αποτέλεσμα τη μείωση των εισαγωγών προϊόντων/συστημάτων ΑΠΕ και παράλληλα την ενίσχυση των εξαγωγών.
Όπως χαρακτηριστικά υπογραμμίζει η εν λόγω Μελέτη του ΙΕΝΕ «…με τόσα πολλά χρήματα μέσα σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα να κατευθύνονται σε ενεργειακές επενδύσεις, η ενίσχυση της παραγωγικής διαδικασίας αποτελεί μια μεγάλη ευκαιρία για την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής με την δημιουργία μιας σειράς προϊόντων, συστημάτων και της σχετικής με αυτά τεχνογνωσίας. Για αυτό το Σχέδιο Ανάκαμψης, όπως έχει παρουσιαστεί μέχρι στιγμής, υστερεί τραγικά από πλευράς στρατηγικής στο χώρο των παραγωγικών επενδύσεων».

Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρη τη μελέτη, εδώ.