Στις 7 Φεβρουαρίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε, βάσει των κανόνων της Ε.Ε. περί κρατικών ενισχύσεων, «μηχανισμούς δυναμικότητας ηλεκτρικής ενέργειας» στο Βέλγιο, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ελλάδα, την Ιταλία και την Πολωνία. Οι μηχανισμοί δυναμικότητας (capacity mechanisms) αποτελούν ένα φάσμα διαφορετικών μέτρων, τα οποία προσαρμόζονται στις συγκεκριμένες ανάγκες κάθε κράτους-μέλους και συμβάλλουν στην ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασμού, διαφυλάσσοντας ταυτόχρονα τον ανταγωνισμό στην Ενιαία Αγορά.
Μέτρα όπως στρατηγικές εφεδρείες και προώθηση της απόκρισης της ζήτησης χρησιμοποιούνται από τα κράτη-μέλη, με την έγκριση της Επιτροπής, όταν αδυναμίες της αγοράς και του ρυθμιστικού πλαισίου εμποδίζουν τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας να εκπέμψουν τα αναγκαία μηνύματα για τη διατήρηση των κατάλληλων επιπέδων ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασμού.
Το πρόβλημα, από την οπτική του δικαίου ανταγωνισμού, είναι ότι πρόκειται για έναν μηχανισμό ουσιαστικά στρεβλωτικό της αγοράς, καθώς συχνά οι μηχανισμοί δυναμικότητας λειτουργούν ως έμμεσες επιδοτήσεις για συγκεκριμένες τεχνολογίες ή οδηγούν σε ιδιαίτερα υψηλές τιμές για τους καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας.
Γι’ αυτό τον λόγο η Επιτροπή τονίζει ότι τα κράτη-μέλη πρέπει πρώτα να εφαρμόζουν τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις της αγοράς και μετά να καθιερώνουν μηχανισμούς δυναμικότητας, καθώς επίσης ότι πρέπει να περιορίζουν τόσο τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού μέσω κατάλληλου σχεδιασμού όσο και τις παρεμβάσεις στη διαμόρφωση των τιμών στις αγορές ενέργειας.
Στην ουσία πρόκειται για την έγκριση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή της δημιουργίας νέων μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ή ακόμα και της παράτασης λειτουργίας ήδη υπαρχουσών μονάδων, συνηθέστατα θερμοηλεκτρικών (βασισμένων σε καύση άνθρακα), όταν ένα κράτος μέλος θεωρήσει πως απειλείται η απρόσκοπτη τροφοδοσία της εθνικής οικονομίας με ενέργεια σε προσιτή τιμή.
Μια απόφαση έγκρισης από την Επιτροπή ανοίγει ουσιαστικά τον δρόμο στην εγκεκριμένη μονάδα να λάβει κρατικές ενισχύσεις με τη μορφή επιδοτήσεων, ευνοϊκών φορολογικών μέτρων, προνομιακών όρων δανεισμού κ.λπ.
Έτσι, στις περιπτώσεις του Βελγίου και της Γερμανίας, η Επιτροπή ενέκρινε «στρατηγικές εφεδρείες», ήτοι ορισμένη δυναμικότητα παραγωγής εκτός της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, με σκοπό τη χρησιμοποίησή της μόνο σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, όταν οι αγορές ηλεκτρικής ενέργειας διανύουν μεταβατικές περιόδους ή υπόκεινται σε μεταρρυθμίσεις και πρέπει να προστατευθούν απ’ τον κίνδυνο σοβαρής κρίσης εφοδιασμού.
Στις περιπτώσεις της Ιταλίας και της Πολωνίας, η Επιτροπή επέτρεψε μηχανισμούς δυναμικότητας που καλύπτουν ολόκληρη την αγορά, οι οποίοι μπορεί να είναι αναγκαίοι όταν οι αγορές ηλεκτρικής ενέργειας αντιμετωπίζουν διαρθρωτικά προβλήματα όσον αφορά την ασφάλεια εφοδιασμού και δίνουν το δικαίωμα στους παρόχους δυναμικότητας να λαμβάνουν ενίσχυση για να παράγουν ηλεκτρική ενέργεια – συνεπώς, επιδοτούν και ήδη υπάρχουσες λιγνιτικές μονάδες.
Στις περιπτώσεις της Γαλλίας και της Ελλάδας, η Επιτροπή ενέκρινε μηχανισμούς δυναμικότητας που προωθούν την απόκριση της ζήτησης. Τα συστήματα απόκρισης της ζήτησης αποζημιώνουν τους πελάτες που μειώνουν την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας τις ώρες που η ηλεκτρική ενέργεια δεν επαρκεί.
Τα πλεονεκτήματά τους είναι ότι οι φορείς εκμετάλλευσης υποδομών απόκρισης της ζήτησης αντιδρούν ταχύτερα από ό,τι οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας και ότι η μείωση της κατανάλωσης είναι πιο οικολογική απ’ την παραγωγή επιπλέον ηλεκτρικής ενέργειας.
Η έγκριση των μηχανισμών δυναμικότητας από την Επιτροπή παρέχεται με την επιφύλαξη της προσαρμογής αυτών των μέτρων στη μελλοντική τομεακή νομοθεσία της Ε.Ε. όταν αυτή τεθεί σε εφαρμογή, συμπεριλαμβανομένου του συζητούμενου αυτό το διάστημα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο της Ε.Ε. νέου Κανονισμού για την ηλεκτρική ενέργεια.
Όμως εδώ εντοπίζεται η αχίλλειος πτέρνα του μηχανισμού, καθώς πολλοί θεωρούν ότι, παρά την ανωτέρω επιφύλαξη, οι μηχανισμοί δυναμικότητας που εγκρίθηκαν από την Επιτροπή υπονομεύουν τους στόχους της ενεργειακής και κλιματικής πολιτικής της Ένωσης και δυσχεραίνουν ουσιωδώς τις τρέχουσες διαπραγματεύσεις μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου επί του νέου Κανονισμού.
Με τους μηχανισμούς δυναμικότητας, ιδίως στις περιπτώσεις της Ιταλίας και της Πολωνίας, οι μονάδες ενέργειας από καύση άνθρακα, οι οποίες μολύνουν πάρα πολύ την ατμόσφαιρα, μπορούν πια νόμιμα να επιχορηγηθούν με δημόσιο χρήμα ακόμα και πέραν του 2030, λόγω των μακροχρόνιων ενεργειακών συμβολαίων (στην Πολωνία οι νέοι μηχανισμοί εγκρίνονται για 15 χρόνια).
Έτσι όμως θέτουν δυνητικά σε κίνδυνο τους στόχους της διεθνούς Συμφωνίας του Παρισιού για τη σταθεροποίηση της ανόδου της θερμοκρασίας στον 1,5 βαθμό Κελσίου κατ’ ανώτατο όριο και υπονομεύουν τα βολονταριστικά μέτρα μείωσης των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα στον ορίζοντα του 2030, που τώρα συζητούνται στα δύο νομοθετικά όργανα της Ε.Ε. Εδώ έχουμε ένα απτό δείγμα πολιτικής σχιζοφρένειας, όπου οι κανόνες ανταγωνισμού και κρατικών ενισχύσεων έρχονται σε σύγκρουση με τους στόχους πολιτικής στην ενέργεια και την κλιματική αλλαγή.

Άρθρο του Ιωάννη Παπαδόπουλου / Αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας

Πηγή: www.naftemporiki.gr