Η ενεργειακή αποδοτικότητα θεωρείται πλέον κρίσιμη για την κερδοφορία και τη διαχείριση κινδύνου από τα υψηλόβαθμα στελέχη, όμως πολλές βιομηχανικές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να μετατρέψουν τις προθέσεις τους σε διαρκή αποτελέσματα, σύμφωνα με τη νέα έκθεση της ABB.
Τα αποτελέσματα της νέας έρευνας της ABB σε συνεργασία με την Sapio Research, στην οποία συμμετείχαν 2.700 ανώτερα στελέχη απο 15 χώρες και 15 κλάδους, ανέδειξαν ότι το 63% των συμμετεχόντων έχει ήδη επενδύσει στην ενεργειακή αποδοτικότητα και ένα επιπλέον 29% σχεδιάζει να το κάνει μέσα στους επόμενους 12 μήνες. Ωστόσο, η πρόοδος δυσχεραίνεται ολοένα και περισσότερο λόγω κενών στην υλοποίηση.
Η ενέργεια συνεχίζει να αντιπροσωπεύει κατα μέσο όρο περίπου το ένα τέταρτο του λειτουργικού κόστους και σχεδόν το 60% των εταιριών δηλώνει ότι η άνοδος του κόστους ενέργειας εξακολουθεί να απειλεί την κερδοφορία παρά την ηρεμία στις αγορές χονδρικής. Το πρόβλημα δεν έγκειται στην έλλειψη φιλοδοξίας ή χρηματοδότησης. Για τα στελέχη, η πρόκληση έχει μετατοπιστεί από την αντίδραση στις αιφνίδιες αυξήσεις τιμών, στη διαχείριση της διαρκούς μεταβλητότητας τιμών και της δομικής έκθεσης.

«Η ενεργειακή αποδοτικότητα έχει γίνει θεμέλιο για τη συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, τη συμμόρφωση και τη δημιουργία μακροχρόνιας αξίας. Είναι προϋπόθεση για την πρόσβαση στην αγορά», εξήγησε ο Erich Labuda, Πρόεδρος του Τμήματος Υπηρεσιών Τεχνικής Υποστήριξης του Τομέα Συστημάτων Κίνησης, ABB. «Σήμερα, οι ηγέτες δίνουν προτεραιότητα στη βέλτιστη χρήση της ενέργειας. Αυτό που τους δυσκολεύει είναι η εφαρμογή των μέτρων σε μεγάλη κλίμακα και σε βάθος χρόνου».
Η εφαρμογή, όχι η πρόθεση, είναι αυτή που κάνει τη διαφορά
Η μελέτη δείχνει ότι η ψηφιακή ετοιμότητα έχει γίνει κυρίαρχη τάση, με τα δύο τρίτα (67%) των ερωτηθέντων να χρησιμοποιούν ήδη ή να είναι έτοιμοι να υιοθετήσουν ψηφιακά εργαλεία διαχείρισης ενέργειας. Ωστόσο, η ετοιμότητα από μόνη της δεν εξασφαλίζει αποτελέσματα. Μόνο το 37% λαμβάνει συστηματικά υπόψιν το συνολικό κόστος ιδιοκτησίας (TCO) κατά τη λήψη επενδυτικών αποφάσεων παρά το γεγονός ότι οκτώ στους δέκα (81%) συμφωνούν ότι θα έπρεπε να καθοδηγεί τις αγορές.
Την ίδια στιγμή, η ευθύνη για την ενεργειακή αποδοτικότητα παραμένει διασπασμένη μεταξύ της διοίκησης, των λειτουργικών τμημάτων, της βιωσιμότητας, της συντήρησης και των οικονομικών, χωρίς καμία ενιαία λειτουργία να φέρει σαφώς την ευθύνη.
«Τα εμπόδια στην ενεργειακή αποδοτικότητα έχουν αλλάξει ριζικά», πρόσθεσε ο Labuda. «Το κόστος δεν είναι πλέον ο κύριος φραγμός, έχει μειωθεί από 50% σε 43% από το 2022. Αυτό που τώρα κρατάει πίσω τις εταιρίες είναι η έλλειψη διατμηματικής συνεργασίας, τα κενά δεξιοτήτων και η έλλειψη αξιοποιήσιμων δεδομένων. Πρόκειται για ένα κρίσιμο σημείο καμπής. Δείχνει ότι η πρόκληση είναι να βοηθήσουμε τις επιχειρήσεις να μετατρέψουν τις προθέσεις τους σε επαναλαμβανόμενη εκτέλεση».












