fronius
Για δεκαετίες, οι ΑΠΕ δεν ήταν ανταγωνιστικές σε σχέση με τις συμβατικές μορφές παραγωγής ενέργειας (πετρέλαιο και άνθρακα), καθώς η τεχνολογία δεν επέτρεπε την φθηνή παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος. Αν η αγορά αφηνόταν να λειτουργήσει από μόνη της με βάση το νόμο της προσφοράς και της ζήτησης, οι ΑΠΕ δε θα είχαν διεισδύσει ποτέ στο συνολικό ενεργειακό μίγμα. 
Όμως οι στόχοι πολιτικής των ανεπτυγμένων βιομηχανικά χωρών του πλανήτη, ιδίως από την υπογραφή του Πρωτοκόλλου του Κιότο (1997) για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής και μετά, ήταν φιλόδοξοι και προέβλεπαν, μεταξύ των άλλων, συγκεκριμένους στόχους ως μερίδιο συμμετοχής των ΑΠΕ στη συνολική κατανάλωση ενέργειας.
Έτσι, το βασικό εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε προκειμένου να δημιουργηθεί μια αγορά ΑΠΕ δίπλα σε αυτήν των ορυκτών καυσίμων υπήρξε η κρατική ενίσχυση με τη μορφή της εγγυημένης τιμής παραγωγού: ανεξαρτήτως του πόσο θα κόστιζε η παραγωγή κιλοβατώρας από ΑΠΕ, ένας δημόσιος φορέας θα αγόραζε ρεύμα από ανεξάρτητους παραγωγούς με μια προκαθορισμένη τιμή, επιδοτώντας ουσιαστικά τη διαφορά μεταξύ αυτής της τιμής και του κόστους παραγωγής.
Αυτό το σταθερό μοντέλο χρηματοδότησης έδωσε ώθηση στην ανάπτυξη των ΑΠΕ μέσω επενδύσεων. Η προσέλκυση επενδύσεων, με τη σειρά της, έφερε περισσότερη έρευνα και ανάπτυξη νέων τεχνολογιών για τη μείωση του κόστους παραγωγής ρεύματος π.χ. από φωτοβολταϊκά συστήματα ή από ανεμογεννήτριες.
Κάποια στιγμή, το οριακό κόστος παραγωγής έπεσε τόσο που σήμερα πια συμφέρει περισσότερο να ανοίξει μια μονάδα παραγωγής ρεύματος από ΑΠΕ παρά ένα πυρηνικό εργοστάσιο ή ένα εργοστάσιο λιγνίτη. Παράλληλα, αναπτύχθηκε και μια φανταστική καινοτομία στον τομέα των δικτύων διανομής (grids). 
Οι πρώτες μεγάλες υποδομές εξηλεκτρισμού (που στην Ελλάδα εμφανίστηκαν από την ίδρυση της ΔΕΗ στη δεκαετία του 1950) δεν μπορούσαν να αποθηκεύσουν ρεύμα που είχε παραχθεί αλλά όχι καταναλωθεί και ήταν γραμμικές, δηλαδή δεν μπορούσαν να διανέμουν ρεύμα ανάστροφα, από τον τελικό καταναλωτή προς τον παραγωγό ή προς άλλους καταναλωτές.
Όμως η τεχνολογία έκανε και εδώ ένα επαναστατικό άλμα, καθώς σήμερα είναι πια δυνατόν να γίνει αποκεντρωμένη διαχείριση της διανομής ρεύματος (smart grids), συνεπώς μπορούν οι καταναλωτές να παράγουν και ποσότητες ρεύματος τις οποίες να πουλούν σε ένα δίκτυο διανομής, είναι δηλαδή δυνητικά «prosumers» (producers and consumers), απλώς και μόνο τοποθετώντας φωτοβολταϊκά τόξα στη στέγη τους ή εγκαθιστώντας μια μικρή ανεμογεννήτρια στην αυλή τους. 
Αν θεωρηθεί ότι η Βιομηχανική Επανάσταση στη Δύση υποστηρίχθηκε από την εκμετάλλευση του άνθρακα για την παραγωγή ενέργειας για την βιομηχανία, τώρα περνάμε σε μια Νέα Εποχή, όπου ΑΠΕ παράγονται από όλους και διανέμονται προς όλους, καθιστώντας έτσι ελαστική τη ζήτηση ενέργειας (demand flexibility) με ένα είδος ριζώματος αντί της κλασικής καθετοποιημένης και πυραμιδωτής δομής παραγωγής, μεταφοράς και διανομής ρεύματος που είχαμε στον 20ο αιώνα.
Οι παραπάνω εξελίξεις είναι ικανές συνδυαστικά να επισπεύσουν και μια ακόμα δομική αλλαγή. Στο μοντέλο του 20ου αιώνα, οι ΑΠΕ είχαν υποχρεωτικά ένα συμπληρωματικό χαρακτήρα απέναντι στην ενέργεια από ορυκτά καύσιμα, ιδίως το φυσικό αέριο, καθώς οι υποδομές, τα συστήματα μεταφοράς και οι μονάδες μεταποίησης είχαν ανάγκη από μια ενεργειακή βάση που να εξασφαλίζει σε κάθε περίπτωση μια σταθερή και αξιόπιστη παροχή ενέργειας, ανεξαρτήτως των διακυμάνσεων που χαρακτηρίζουν τις ΑΠΕ και που εξαρτούν την παραγωγή από το αν, για παράδειγμα, θα υπάρχει ή όχι ηλιοφάνεια ή συννεφιά ή αν θα έχουμε άνεμο ή νηνεμία.
Ακόμα και αν οι παραγωγοί κατάφερναν θεωρητικά να καλύψουν το σύνολο των ενεργειακών αναγκών του πλανήτη αποκλειστικά από ΑΠΕ, αυτό θα ήταν δώρο άδωρον, καθώς τα δίκτυα μεταφοράς δεν μπορούσαν να διαχειριστούν αυτήν την ποσότητα διατηρώντας ταυτόχρονα την ευστάθεια του συστήματος: αν είχαμε μια απότομη πτώση της παροχής ρεύματος, η τάση θα έπεφτε τόσο που θα καταστρέφονταν μαζικά ενεργειακές υποδομές και βιομηχανικός εξοπλισμός. Οι ΑΠΕ προσέκρουαν σε μια οροφή.
Τώρα όμως με τα έξυπνα δίκτυα είναι πια τεχνικά εφικτό να ανεβεί πολύ το μερίδιο των ΑΠΕ στο ενεργειακό μίγμα, τόσο πολύ μάλιστα που να υποκαταστήσουν σταδιακά όχι μόνο τον άνθρακα, αλλά και το ίδιο το φυσικό αέριο.
Κατά συνέπεια, οι στόχοι που θέτει στον εαυτό της η ΕΕ για την άνοδο του μεριδίου των ΑΠΕ στο συνολικό ενεργειακό της μίγμα (27% έως το 2030) υπερκεράζονται ήδη από τα άλματα στην τεχνολογία και την αυξανόμενη διείσδυση των ΑΠΕ στην βιομηχανική παραγωγή μέσω αγοραπωλησιών μεταξύ παραγωγικών μονάδων και αποκεντρωμένων παραγωγών.  Πρόκειται για μια ξεκάθαρη περίπτωση όπου η πολιτική έπεται της αγοράς και της τεχνολογίας, με αποτέλεσμα οι στόχοι που τίθενται να είναι ήδη παρωχημένοι κατά τη νομοθέτησή τους.

Γράφει ο Ιωάννης Παπαδόπουλος – Πηγή: www.naftemporiki.gr