Κομισιόν: Σημαντική η συμβολή των ΑΠΕ στην ενεργειακή μετάβαση της Κύπρου



fronius
Η Κομισιόν δημοσίευσε πριν από λίγες μέρες αναλυτική έκθεση για την κατάσταση στον ενεργειακό τομέα της Κύπρου, αναφερόμενη στην έλλειψη διαφοροποίησης ενεργειακών πηγών, στην εξάρτηση από το πετρέλαιο, ενώ σχολιάζει την αξιοποίηση των δυνατοτήτων που διαθέτει το νησί στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Παράλληλα στην έκθεση, αναλύονται τα πρόσφατα σχέδια στον τομέα των αγωγών και τις επερχόμενες μεγάλες επενδύσεις σε έργα υποδομής. Σύμφωνα με τα βασικά πορίσματα, η ενέργεια και οι μεταφορές αποτελούν βασικούς τομείς για τη γενική λειτουργία της οικονομίας, καθώς παρέχουν σημαντική συμβολή και εξυπηρέτηση σε άλλους τομείς.
Η έκθεση αναφέρει ότι «η μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα στους τομείς της ενέργειας και των μεταφορών, θα απαιτήσει σημαντικές επενδύσεις και οικονομική δραστηριότητα πέραν των αρμοδιοτήτων των ίδιων των τομέων αυτών».
Επιπλέον, η μετάβαση συνεπάγεται διαρθρωτική μετατόπιση της οικονομικής δραστηριότητας. «Οι επενδύσεις και οι θέσεις εργασίας που συνδέονται με την ενέργεια θα μεταφερθούν εν μέρει από τις παραδοσιακές δραστηριότητες που βασίζονται σε ορυκτά καύσιμα προς τις κατασκευές, την κατασκευή εξοπλισμού και άλλες υπηρεσίες που σχετίζονται με την ανάπτυξη τεχνολογιών χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και καθαρών ενεργειακών τεχνολογιών», αναφέρει η έκθεση.
Η έκθεση περιγράφει αναλυτικά τα χαρακτηριστικά του μεριδίου αγοράς των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας: «Το μερίδιο της άμεσης και έμμεσης απασχόλησης που σχετίζεται με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στη συνολική απασχόληση της οικονομίας στην Κύπρο ήταν περίπου 0,17%, πολύ χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ 0,54%». Ο κύκλος εργασιών της βιομηχανίας ανανεώσιμων πηγών ενέργειας τον ίδιο χρόνο εκτιμήθηκε σε περίπου 65 εκατ. ευρώ, με τη μεγαλύτερη συνεισφορά στην ενέργεια από αιολική και φωτοβολταϊκή ενέργεια.
Η έκθεση σημειώνει ακόμη ότι η Κύπρος εξαρτάται σχεδόν εξ ολοκλήρου από την κατανάλωση ενέργειας από εισαγωγές ορυκτών καυσίμων, τα οποία σήμερα είναι σχεδόν αποκλειστικά πετρελαϊκά προϊόντα. Η εξάρτηση αυτή οδήγησε σε πολύ μεγαλύτερο εμπορικό έλλειμμα σε ενεργειακά προϊόντα από ό,τι ο μέσος όρος της ΕΕ. Το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου ενέργειας ως ποσοστό του ΑΕΠ το 2015 είναι 4,1% του ΑΕΠ και κατά συνέπεια σχεδόν 1% του ΑΕΠ χαμηλότερο από το 2006 (5%).
Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (αιολική, ηλιακή και βιομάζα) αντιπροσώπευαν το 6,5% της ακαθάριστης εσωτερικής κατανάλωσης πρωτογενούς ενέργειας για την Κύπρο το 2015, το υπόλοιπο προέρχεται κυρίως από προϊόντα πετρελαίου (92,8%). «Αυτό το ασύμμετρο ενεργειακό μείγμα εκθέτει την κυπριακή οικονομία στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών του πετρελαίου και δημιουργεί ευπάθεια», αναφέρει η έκθεση.
Η έκθεση αναφέρει ότι η Κύπρος δεν διαθέτει «γνωστούς πετρελαϊκούς πόρους» και «δεν υπάρχουν διυλιστήρια». Επομένως όλα τα προϊόντα πετρελαίου εισάγονται. «Η ανάπτυξη του σημαντικού δυναμικού ΑΠΕ της Κύπρου θα βελτίωνε σίγουρα την εξάρτηση, καθώς και το εμπορικό έλλειμμα, την ποιότητα του αέρα και την απασχόληση στη βιομηχανία ανανεώσιμων πηγών ενέργειας», αναφέρει η Κομισιόν.
Καταγράφει όμως ένα «σημαντικό πεδίο φυσικού αερίου (Αφροδίτη)», το οποίο «ανακαλύφθηκε πριν από λίγα χρόνια στην Κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ)». Ωστόσο, αναφέρει ότι «μέχρι στιγμής δεν έχει δημοσιοποιηθεί καμία τελική απόφαση για την εκμετάλλευση του πεδίου της Αφροδίτης. Περαιτέρω δραστηριότητα εξερεύνησης βρίσκεται σε εξέλιξη».
Η έκθεση αναφέρει επίσης ότι το νησί δεν είναι διασυνδεδεμένο με καμία άλλη χώρα. «Δεν υπάρχει μάλιστα ούτε χονδρική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, δεδομένου ότι ο δημόσιος προμηθευτής ηλεκτρικής ενέργειας λειτουργεί ως de facto μονοπώλιο».
Οι συντάκτες της έκθεσης συνεχίζουν καταγράφοντας ότι «λόγω της γεωγραφικής του θέσης και της απομόνωσης από τα δίκτυα της ΕΕ και σύμφωνα με την ενεργειακή πολιτική της ΕΕ και τους στόχους της Ενεργειακής Ένωσης, η Κύπρος εντόπισε τέσσερα έργα στο πλαίσιο του έργου του Κοινού Ενδιαφέροντος (PCI) από το 2013».
Η Κομισιόν σημειώνει ότι από το 2014, είχε χορηγηθεί συνολικό ποσό 15,8 εκατομμυρίων ευρώ στο πλαίσιο του μέσου «Συνδέοντας την Ευρώπη» (CEF) για τη διερεύνηση της σκοπιμότητας ενός υποθαλάσσιου καλωδίου ηλεκτρικής ενέργειας, «Interconnector EUROASIA», που αποτελείται από τρία τμήματα που συνδέουν αντίστοιχα: Το Ισραήλ με την Κύπρο, την Κρήτη και την Κύπρο και την Κρήτη με την ηπειρωτική Ελλάδα.
«Μετά την υλοποίησή του, το έργο θα τερματίσει την απομόνωση του ηλεκτρισμού της Κύπρου και θα βελτιώσει σημαντικά την αξιοπιστία και τη σταθερότητα του δικτύου και θα ενισχύσει την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού», ξεκαθαρίζει η Κομισιόν. «Θα μπορούσε επίσης να διευκολύνει τη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται με φυσικό αέριο από τα χωράφια της Ανατολικής Μεσογείου και την ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας», σημειώνει.
Όσον αφορά το φυσικό αέριο, η ΕΕ υποστηρίζει τρία έργα, σύμφωνα με την έκθεση:
⇒ αγωγό από την υπεράκτια Κύπρο προς την ηπειρωτική Ελλάδα μέσω της Κρήτης, γνωστή ως EastMed Pipeline,
⇒ εγκατάσταση αποθήκευσης υγροποιημένου φυσικού αερίου, γνωστή σήμερα ως «Μεσογειακή αποθήκευση φυσικού αερίου»,
⇒ δράση που αποβλέπει στην άρση των εσωτερικών σημείων συμφόρησης στην Κύπρο για τον τερματισμό της απομόνωσης και για τη μεταφορά αερίου από την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.
Ακόμη, αναφέρεται ότι το μεγαλύτερο μερίδιο της κυπριακής ηλεκτρικής ενέργειας παράγεται σε σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής καύσης πετρελαίου. Συνεπώς, οι τιμές λιανικής εξαρτώνται, έστω και έμμεσα, από τις διακυμάνσεις των παγκόσμιων τιμών του πετρελαίου, μέσω μιας ρήτρας προσαρμογής των καυσίμων που ενσωματώνεται στη διάρθρωση των τιμολογίων. Οι τιμές μειώθηκαν ουσιαστικά το 2016 και είναι τώρα χαμηλότερες από τις τιμές που καταβάλλονται στις περισσότερες χώρες της ΕΕ.
Εν συνεχεία αναφέρεται ότι οι μεταφορές (οδικές και αεροπορικές μεταφορές) αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μερίδιο (52%) της τελικής κατανάλωσης ενέργειας στην Κύπρο. Η έκθεση σημειώνει ότι η πολιτική μεταφορών είναι ένας τομέας που αξίζει να δοθεί προσοχή, καθώς η Κύπρος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις ιδιωτικές οδικές μεταφορές, καθώς είναι μεταξύ των κρατών μελών με το υψηλότερο ποσοστό κινητικότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τονίζεται δε ότι η χώρα επιδιώκει να εκπληρώσει τις δεσμεύσεις για τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου μέσω της μείωσης της εξάρτησής της από τα ορυκτά καύσιμα, συμπεριλαμβανομένων των μεταφορών. Πρόκειται για την προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, της ενεργειακής απόδοσης και των φιλικών προς το κλίμα τεχνολογιών.
Σημειώνεται ότι η Κύπρος προωθεί σήμερα τη χρήση του υγραερίου σε οχήματα. Η έκθεση αναφέρει ότι σύμφωνα με τις προβλέψεις της, η Κύπρος θα επιτύχει το 2020 τον στόχο μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στους τομείς εκτός του ΣΕΔΕ με περιθώριο 9,5 μονάδων. Οι εκπομπές CO² από τις οδικές μεταφορές είναι 56% υψηλότερες από ό, τι το 1990 στην Κύπρο. Από το 2005 οι μέσες εκπομπές CO² από τα νέα αυτοκίνητα που ταξινομούνται στην Κύπρο μειώθηκαν κατά 29% περίπου. Το 2016, οι μέσες εκπομπές CO² από τα νέα αυτοκίνητα ήταν 123,5 g CO²/km (ο στόχος για το σύνολο του στόλου της ΕΕ είναι 130 g CO²/km από το 2015 και θα φθάσουν τα 95 CO²/km από το 2021).
Με ποσοστό ανανεώσιμης ενέργειας 9,4% το 2015, η Κύπρος φαίνεται να έχει φτάσει στο στόχο (13% της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας) για το 2020. Έχει εκπληρώσει τον τρίτο ενδιάμεσο στόχο 7,45%. Με το μερίδιο 2,5% το 2015, η Κύπρος καθυστερεί στη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στις μεταφορές και θα μπορούσε να δυσκολευτεί να επιτύχει το δεσμευτικό στόχο του 10% μέχρι το 2020. Προς το παρόν, δεν υπάρχει κανένα καθεστώς στήριξης ή κανένα δημόσιο κίνητρο για την προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στον τομέα των μεταφορών στην Κύπρο.
Σε σχέση με την ποιότητα του αέρα, η έκθεση επισημαίνει ότι η κατάσταση στην Κύπρο αναφέρεται γενικά καλή. Ωστόσο, για το έτος 2013, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος εκτιμά ότι περίπου 450 πρόωροι θάνατοι οφείλονται σε συγκεντρώσεις λεπτών σωματιδίων. Το 2013, το ενεργειακό κόστος του συνολικού κόστους παραγωγής για τη βιομηχανία και τις υπηρεσίες ήταν περισσότερο από διπλάσια από την ΕΕ των 25, παρά την έλλειψη των ενεργειακά εντατικών βιομηχανιών.
Η έκθεση σημειώνει ότι η έλλειψη φυσικού αερίου αναγκάζει όλες τις βιομηχανίες και τις υπηρεσίες να βασίζονται στο πετρέλαιο και τα προϊόντα πετρελαίου. Επομένως, η κυπριακή οικονομία είναι ευάλωτη στην αστάθεια των τιμών του πετρελαίου. Οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας που καταβάλλουν οι βιομηχανικοί χρήστες ήταν κατά μέσο όρο το 2016 σε σχέση με το μέσο όρο της ΕΕ. Όσον αφορά την ανταγωνιστικότητα στις τεχνολογίες της αιολικής και της ηλιακής ενέργειας, η έκθεση του 2017 αναφέρει ότι «η Κύπρος φαίνεται να έχει υποεκτιμήσει τις δυνατότητές της να καταστεί μείζων παράγοντας στον τομέα της ηλιακής ενέργειας».
Το κείμενο αναφέρει ότι «αυτό το συγκριτικό πλεονέκτημα έχει συγκεντρωθεί στον υποτομέα της παραγωγής ηλιακών στοιχείων. Η σχετική εξαγωγική επιτυχία της Κύπρου σε αυτή την θέση εξαφανίζεται εντούτοις με την ισχυρή άνοδο της Κίνας (μαζί με την Ταϊβάν και τη Μαλαισία) ως σημαντικών εξαγωγέων».
Τέλος, αναφέρεται ότι η σχετικά καθυστερημένη εγκατάσταση της παραγωγικής ικανότητας της ηλιακής ενέργειας (παρά τις εξαιρετικές συνθήκες της Κύπρου για παραγωγή ηλιακής ενέργειας) δεν φαίνεται να έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο λόγω του σχετικά μικρού μεγέθους της «εγχώριας αγοράς της για τα ηλιακά στοιχεία».